H δύσκολη οικονομική συγκυρία που διανύουμε δεν προέκυψε εξ παρθενογενέσεως. Ένας σοβαρός λόγος που συνέτεινε σε αυτό το αποτέλεσμα είναι η μοναδική ικανότητά μας να βάζουμε τα προβλήματα κάτω από το χαλί και να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Σήμερα όμως, αυτό το δάχτυλο...μίκρυνε πολύ. Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι κάθε αγορά είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας। Συμφωνώ απόλυτα। Και στην ελληνική επιχειρηματικότητα κάναμε το ίδιο। Κρύβαμε τα προβλήματα ή τα ωραιοποιούσαμε। Σήμερα μιλάμε – μεταξύ άλλων - για κρίση στα media. Ως segment του κλάδου αυτού, αντίστοιχα προβλήματα αντιμετωπίζει και ο χώρος του Δωρεάν Τύπου. Από το 2000 και μετά, με την εμφάνιση της Metro, το συγκεκριμένο segment βίωσε μια πρωτοφανή ανάπτυξη, με εκατοντάδες νέους τίτλους να εμφανίζονται, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν είχαν ούτε στρατηγική, ούτε υγιή πρότυπα ανάπτυξης, ούτε έφερναν κάποια καινοτομία. Απλά οι εκδότες τους πίστευαν ότι είχαν βρει τρόπο για εύκολο χρήμα. Η σημερινή κρίση όμως έχει θέσει την αγορά αυτή σε ένα διαρκές ξεκαθάρισμα. Το αποτέλεσμα είναι να βλέπουμε τίτλους με τα χαρακτηριστικά που ανέφερα παραπάνω, να κλείνουν ο ένας μετά τον άλλο. Και να επιβιώνουν μόνο εκείνοι που έχουν κάτι να πουν, πρεσβεύουν μια καινοτομία, καλύπτουν μια ανάγκη. Μέχρι σήμερα κανείς δεν έλεγε ότι υπήρχαν δωρεάν έντυπα που ο μόνος στόχος τους ήταν να απορροφούν κρατική διαφήμιση, μέσα από επιχειρηματικές διαπλοκές. Κανείς δεν έλεγε ότι κάποιοι «εκδότες» εξέδιδαν δωρεάν έντυπα για ξέπλυμα χρήματος. Κανείς δεν έλεγε ότι κάποιοι από αυτούς εκβίαζαν διαφημιζόμενους και διαφημιστές για να τους δώσουν διαφήμιση. Με την έννοια αυτή, η σημερινή κρίση είναι καλοδεχούμενη. Ευχή όλων είναι ο Δωρεάν Τύπος να ξεκαθαρίσει από τους τυχοδιώκτες και όλους εκείνους που έκαναν κακό στην εικόνα του. Από εδώ και πέρα ένα δωρεάν έντυπο – αλλά και κάθε έντυπο γενικότερα – θα επιβιώνει μόνο εάν έχει κάτι να προσφέρει. Θεωρώ δεδομένο ότι από τη στιγμή που το τοπίο θα ξεκαθαρίσει, τα ποιοτικά δωρεάν έντυπα που θα παραμείνουν, θα αναδείξουν ακόμα περισσότερο τις μεγάλες δυνατότητές τους, τόσο απέναντι στο αναγνωστικό κοινό, όσο και απέναντι στη διαφημιστική αγορά.
Τετάρτη, Απριλίου 07, 2010
«Μια γυναίκα θα αγοράσει οτιδήποτε για το οποίο νομίζει ότι το κατάστημα χάνει χρήματα» Κιν Χάμπαρντ
«Τα μεγάλο ερώτημα, στο οποίο δεν έχω καταφέρει ν' απαντήσω, παρά τα τριάντα χρόνια έρευνας στη γυναικεία ψυχή, είναι το τι θέλει μια γυναίκα» είχε πει ο Ζίγκμουντ Φρόιντ. Κι αν δεν απάντησε στο ερώτημα αυτό ολόκληρος Φρόιντ, γιατί άραγε να έχουμε απαιτήσεις να απαντηθεί από τους σύγχρονους marketers; Φευ! Διάβασα πρόσφατα σε ένα άρθρο της Walt Street Journal την άποψη ενός αμερικανού θεωρητικού του marketing, ο οποίος χαριτολογώντας είπε το αμίμητο «Αν η προσπάθεια που καταβάλαμε για να κατανοήσουμε τη γυναικεία ψυχοσύνθεση πήγαινε στη διαστημική έρευνα, τώρα θα πουλάγαμε χοτ-ντογκ στο φεγγάρι». Υπερβολή ή όχι, η γυναικεία ψυχοσύνθεση είναι αναμφίβολα δύσκολο να μελετηθεί κι αυτό δυσχεραίνει τη ζωή των marketers. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί και μια πρόκληση γι’ αυτούς. Πρόσφατες οικονομικές μελέτες έδειξαν ότι η οικονομική ανάκαμψη θα ξεκινήσει από τις γυναίκες, οι οποίες αποκτούν διαρκώς μεγαλύτερη καταναλωτική δύναμη. Αναπόφευκτα λοιπόν, το σύγχρονο marketing πρέπει να στραφεί σε αυτές, να τις προσεγγίσει με τον τρόπο που αυτές θέλουν, να μιλήσει στη γλώσσα τους, να απαντήσει στις ανάγκες τους.
Ουδέν κακόν αμιγές καλού...
H επαναξιολόγηση και η αναθεώρηση παγιωμένων καταστάσεων στην ευρύτερη αγορά της επικοινωνίας, καταστάσεις που πλέον δεν δικαιολογούνται από την σκληρή πραγματικότητα της οικονομικής ύφεσης, δεν θεωρούνται κατ’ ανάγκη εξελίξεις αρνητικές। Όλοι συμφωνούμε ότι τα προηγούμενα χρόνια η λογική του «αυτόματου πιλότου» είχε δώσει μεν σημαντική ώθηση στην αγορά, δημιούργησε ωστόσο τις κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη ανορθόδοξων πρακτικών που σε βάθος χρόνου αποδείχθηκαν καταστροφικές। Τώρα που ήρθε η ώρα των διαρθρωτικών αλλαγών, διαβάζουμε και ακούμε για προτάσεις που πραγματικά είναι καινοτόμες, ουσιαστικές και άκρως δημιουργικές. Προτάσεις που δημιουργούν απορία γιατί τόσα χρόνια δεν είχαν κατατεθεί, δεν είχαν συζητηθεί, δεν είχαν υλοποιηθεί. Η τελευταία πρόταση που διαβάσαμε στον τύπο ακολουθεί αυτή τη λογική. Σύμφωνα με αυτή, η κυβέρνηση μελετά έναν διαφορετικό τρόπο επένδυσης της κρατικής διαφήμισης, περισσότερο αξιοκρατικό και εν τέλει, περισσότερο αποδοτικό κατά τη γνώμη μου. Ο τρόπος αυτός είναι ο εξής: το κράτος θα εμφανιστεί ως μεγάλος διαφημιζόμενος και θα αγοράσει χώρο και χρόνο για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες του, διανέμοντας διαφήμιση σε όλα τα μέσα με τον ίδιο τρόπο, εξασφαλίζοντας παράλληλα και τις αντίστοιχες εκπτώσεις. Στη συνέχεια ο αρμόδιος δημόσιος φορέας που θα κάνει τη σχετική συμφωνία, θα κατανέμει τον χώρο και τον χρόνο ανάλογα με τις ανάγκες των υπουργείων και των κρατικών φορέων, δημοσιοποιώντας με λεπτομέρειες τον αριθμό των καταχωρίσεων και των σποτ, τα μέσα που επέλεξε και το κόστος της διαφημιστικής δαπάνης. Πρόκειται για μια πρόταση που αναμφισβήτητα προάγει την αξιοκρατία και τη διαφάνεια, στοιχεία που τόσο λείπουν από την ελληνική πραγματικότητα και όλες τις εκφάνσεις της.
Δευτέρα, Ιουλίου 20, 2009
MEDIA & ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ: Μαθήματα ψαρέματος....
Ίδια είναι η κατάσταση και στους μεγάλους διαφημιζόμενους, οι οποίοι έχουν μειώσει την διαφημιστική τους δαπάνη σε ποσοστό 15-20% από το 2008. Χαμένες σε αυτή την περίπτωση είναι οι διαφημιστικές εταιρείες, αλλά και τα λεγόμενα «media specialist agencies», δηλαδή τα agencies που αγοράζουν και πωλούν διαφημιστικό χώρο και χρόνο στα μέσα για λογαριασμό των διαφημιζόμενων. Κάποια από αυτά αντιμετωπίζουν ακόμα και το ενδεχόμενο αναστολής λειτουργίας τους με ότι μπορεί αυτό να σημαίνει για τις ισορροπίες της διαφημιστικής αγοράς. Ήδη τα πρώτα ονόματα έχουν αρχίσει να ακούγονται.
Η πολιτεία από την πλευρά της παρακολουθεί τις εξελίξεις ανήμπορη να αντιδράσει ουσιαστικά και με στρατηγικό πλάνο. Προτάσεις έχουν ακουστεί πολλές. Μια από αυτές αφορά στην ενίσχυση των μέσων με κρατική διαφήμιση από το φθινόπωρο. Μια σοφή κινεζική παροιμία όμως λέει «στον φτωχό μην δώσεις ψάρι, μάθε τον να ψαρεύει». Το κράτος πρέπει να δημιουργήσει τις απαραίτητες δομές και προϋποθέσεις ώστε τα φαινόμενα ανορθόδοξων στρατηγικών λειτουργίας των μέσων και των εταιρειών επικοινωνίας να μειωθούν στο ελάχιστο. Θα πρέπει να δώσει ώθηση στην εφαρμογή των νόμων. Να καταργήσει κάθε παθογένεια του παρελθόντος και να προσφέρει κίνητρα υγιούς ανάπτυξης. Να διευκρινίσει τις προϋποθέσεις που πρέπει να έχουν τα μέσα για να απορροφήσουν κρατική διαφήμιση. Να δώσει κρατική διαφήμιση και στα περιοδικά, όχι μόνο στις εφημερίδες και στην τηλεόραση. Και φυσικά να αγνοήσει το λεγόμενο «πολιτικό κόστος», το οποίο απειλεί πλέον τη συνοχή της ελληνικής δημοκρατίας. Λύσεις υπάρχουν. Για βούληση, δεν είμαι σίγουρος. Και ο χρόνος τελειώνει...