Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΟΒΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΟΒΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Οκτωβρίου 08, 2016

ΤΙ ΕΣΤΙ Π.Α.Ο.Κ.

από : isovitis.gr με αρχικό τίτλο Μίσος

Η γιαγιά μου, η μπάμπω-Λένκω, μισούσε τους κουμουνιστές επειδή, έλεγε, κατεβαίνουν από το βουνό και καίνε τα σπίτια μας. Πριν από εξήντα χρόνια μπορεί να είχε κατεβεί ένας άπλυτος αντάρτης να κάνει μπάνιο στο σπίτι του και να φάει κανένα κοτόπουλο και να έβαλε φωτιά στον αχυρώνα του γείτονα στο χωριό από καμιά γόπα, αλλά όπως και να 'χει η γιαγιά μου τους μισούσε. Κανείς άλλος στο χωριό δε θυμάται να έχει δει αντάρτη, αν και με το Αλτζχάιμερ κάθε μπάμπως δεν μπορείς να είσαι σίγουρος. Από τα 18 της έως να κλείσει τα μάτια της στα 90, το ίδιο μοτίβο: Θα μας κάψουν τα σπίτια. Δείξ' της την Παπαρήγα, δείξ' της τον Κουτσούμπα, δείξτ' της τον Χαλβατζή και πες της «ρε γιαγιά, αυτοί θα μας κάψουν»; Αυτή εκεί, έμαθε να μισεί και δε θα άλλαζε στα γεράματα. Από τη γιαγιά μου, λοιπόν, έμαθα τον όρο «τυφλό μίσος», από μικρός.
Όποιος δεν είναι ΠΑΟΚ τον μισεί. Δεν έχει ενδιάμεσα, «από τις μεγάλες ομάδες είμαι ΠΑΟΚ» ή «να προκριθεί για να πάρει βαθμούς η Ελλάδα». Να εξοντωθεί, να γίνει μπάχαλο, να φαγώνονται μεταξύ τους οι Παοκτσήδες -αλλά να μη διαλυθεί κιόλας, αφού αυτό που αγαπάνε πιο πολύ κι απ' τις ομάδες τους είναι να είμαστε εδώ για να μας μισούν. Αν φύγουμε, θα υπάρξει κενό και πού να τρέχεις τώρα. Καλά το είχε πει ο Μούσλι κάποτε.
Τουλάχιστον, εμάς μας μισούν για τους σωστούς λόγους. Δεν είχαμε και λίγους αντάρτες στη δεκαετία του '80, ενώ και οι 70s διαβάζω και ακούω στις ιστορίες τους πως ανεβοκατεβαίνανε χιλιάδες και, όσο να πεις, αφήνανε το σημάδι τους. Μια πορεία να πέρασε από τη γειτονιά τους στη Νίκαια ή στα Πετράλωνα και είχανε τα παντζούρια κατεβασμένα για μια βδομάδα. Μια πέτρα να έπεσε στον Ηλεκτρικό και δεν πλησιάζανε ούτε σερβιτόρο ντυμένο ασπρόμαυρο στη Γλυφάδα. Ανοίγανε το Μέγκα Τσάνελ και το παλιό Σκάι και ακούγανε επί μισή ώρα για τα επεισόδια που είχαν προκαλέσει μεθυσμένοι και μαστουρωμένοι οπαδοί μας και απαγορεύανε στα παιδιά τους να βάλουν στο μηχανογραφικό σχολές στη Θεσσαλονίκη. Όλοι οι άνω των 30 μας θεωρούν απόβλητα -σκουπίδια που πρέπει να μαζευτούν για να καθαρίσει η πόλη. Σε καλό δρόμο είναι.
Αυτό που δεν πέρασε από τα μυαλά τους είναι ότι αγαπάμε -πώς και πόσο αγαπάμε. Βγάλε δυο-τρεις σε κάθε πούλμαν και δυο-τρεις σειρές χαμηλά στην 4 που έρχονταν, έρχονται και θα έρχονται μόνο για τα νταλαβέρια τους, αλλά ο κύριος όγκος είναι κοντά μόνο από αγάπη -απίστευτη, ανιδιοτελή, παθιασμένη, δολοφονική, άγρια -αλλά αγάπη. Μα να τα σπας από αγάπη; Πού να καταλάβεις και πού να σου εξηγώ τώρα. Ναι. Είναι απ' αυτά που «αν δε ζήσεις, δεν καταλαβαίνεις». Ρίξε μια ματιά στα πανιά, διάβασε τα μπλουζάκια, ταξίδεψε μια φορά, πιες δυο καφέδες Δευτέρα μεσημέρι και θα το δεις. Ξερνάει αγάπη το πράμα. Σε ζαλίζει. Κι όπως σε κάθε αγάπη, ο καθένας το δείχνει με τον τρόπο του: Άλλος τα σπάει, άλλος κλαίει, άλλος ουρλιάζει, άλλος χοροπηδάει. Σου καίει το στομάχι. Άσ' το.
Κι αφού δεν το καταλαβαίνεις (κι αφού δεν προσπαθείς να το καταλάβεις ή επειδή δεν μπορείς) επιλέγεις να το μισείς. «Ζήλια» λέγεται. Το χειρότερο μίσος. Ανθρώπινο είναι, συμβαίνει. Μα πώς είναι δυνατό να αγαπάνε τόσο πολύ κάτι που δεν τους προσφέρει τίποτα; Κάτι που δεν τους αγαπάει και τους ματώνει συνέχεια; Έλα, ντε. Είναι δυνατό. Και είναι τόσο μαζικό που ξεπερνάει την ομαδική παράκρουση ή τη μόδα ή την ίδια την εποχή του. Είναι μοναδικό, είναι αληθινό και είναι ένα φαινόμενο. Αλλά υπάρχει, άρα αντιμετώπισέ το όπως θες. Το βασικό του χαρακτηριστικό είναι πως δε μας νοιάζει πώς θα το αντιμετωπίσεις.
Δε μας μισούν επειδή κλέψαμε από κανέναν, δε μας μισούν για τους τίτλους μας, δε μας μισούν για τα ωραία συνθήματα ή την τρομοκρατία που πούλησαν οι οπαδοί-πρόγονοι τις προηγούμενες δεκαετίες. Δε μας μισούν επειδή έχουμε καλύτερη ομάδα ή επειδή είμαστε πρεζάκια ή φλώροι ή κάγκουρες ή χαλβάδες ή ό,τι θες. Μας μισούν επειδή αγαπάμε τόσο πολύ και τόσο μαζικά και δεν το καταλαβαίνουν. Και δεν το ανέχονται. Και ζηλεύουν που δεν τους έλαχε κι αυτούς τέτοια τύχη.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 26, 2015

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 14, 2015

Τραγιάσκα

Αναδημοσίευση από τον Ισοβίτη τον αδερφό.
«Η αντιπαλότητα ανάμεσα στα δύο σωματεία έχει τις ρίζες της στην αντιπαλότητα ανάμεσα στους γηγενείς Έλληνες (Άρης) και τους Έλληνες Πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Κωνσταντινούπολη που εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία μετά την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923 (ΠΑΟΚ).
Ο ανταγωνισμός των δύο κοινωνικών ομάδων εκφραζόταν με διάφορους τρόπους -ένας από αυτούς ήταν και το ποδόσφαιρο, μετά την ίδρυση του ΠΑΟΚ το 1926».
Εγώ γεννήθηκα μισό αιώνα μετά από όλα αυτά και πέρα από την προσφυγική μου κληρονομιά ως τρίτη γενιά, κάτι θολές, πικρές διηγήσεις ξεριζωμού και κυνηγητού από τον συνονόματο παππού μου έχω να θυμάμαι και να γνωρίζω από πρώτο χέρι. Τα υπόλοιπα από τα βιβλία, πόσα βιβλία και πόσα ξενύχτια να ζεις και να τρέμεις μέσα από τις αναμνήσεις των παππούδων που τότε ήταν παιδιά, δώδεκα χρονών ο δικός μου. Πρόσφυγες. Τουρκόσποροι. Τούρκοι. Έλληνες είμαστε, Ελλάδα δεν ήταν ο Πόντος; Δεν μπορούσε να βρει γαλήνη μέχρι το τέλος του ο παππούς, διαμαρτυρόταν και βούρκωνε, 60 χρόνια έζησε εδώ κι ακόμα ένιωθε ξένος. Επτά χρονών ήμουν στα τελευταία του που με έπαιρνε μαζί στο βουνό, ξέχασα πια τη φωνή του, αλλά όχι το κλάμα του. Πήρα το όνομα, πήρα και τη χάρη, έλεγαν όλοι, όλη μέρα με το τρανζιστοράκι και τις ιστορίες, σαν τον παππού. Θυμάμαι την υφή και τη μυρωδιά της τραγιάσκας του, που μου τη φόραγε και γελούσε.
Ξέχνα την πολιτική και τα κόμματα. Άσε στην άκρη τις πεποιθήσεις και τα αριστερά και τα δεξιά. Κοίτα μέσα στην καρδιά σου, ρε φίλε, πες μου, πώς μπορείς να τρέχεις και να χτυπιέσαι και να αφιερώνεις τη μισή σου ζωή σ' αυτή την ομάδα, πώς αυτοπροσδιορίζεσαι ως «Παοκτσής» πρώτα και πάνω απ' όλα, όταν μισείς πρόσφυγες και μετανάστες, όταν καταριέσαι τις νέες γενιές ανθρώπων που κάποια μοίρα τους πέταξε σ' αυτό τον τόπο που πάσχιζαν οι παππούδες μας να διεκδικήσουν ως πατρίδα και δεν τους άφηναν, όταν οι ίδιες οι ρίζες και η γέννα της ομάδας που σε παθιάζει, της δεύτερης οικογένειάς σου, είναι η προσφυγιά και το μαρτύριο του ξεριζωμού. Μαζί ταξιδεύουμε είκοσι πέντε χρόνια, μαζί τραγουδάμε, μαζί καβαλάμε το κάγκελο, ακόμα δεν μπορώ να σε καταλάβω.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 13, 2014

Τραγιάσκα (by isovitis)



«Η αντιπαλότητα ανάμεσα στα δύο σωματεία έχει τις ρίζες της στην αντιπαλότητα ανάμεσα στους γηγενείς Έλληνες (Άρης) και τους Έλληνες Πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Κωνσταντινούπολη που εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία μετά την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923 (ΠΑΟΚ).
Ο ανταγωνισμός των δύο κοινωνικών ομάδων εκφραζόταν με διάφορους τρόπους -ένας από αυτούς ήταν και το ποδόσφαιρο, μετά την ίδρυση του ΠΑΟΚ το 1926».
Εγώ γεννήθηκα μισό αιώνα μετά από όλα αυτά και πέρα από την προσφυγική μου κληρονομιά ως τρίτη γενιά, κάτι θολές, πικρές διηγήσεις ξεριζωμού και κυνηγητού από τον συνονόματο παππού μου έχω να θυμάμαι και να γνωρίζω από πρώτο χέρι. Τα υπόλοιπα από τα βιβλία, πόσα βιβλία και πόσα ξενύχτια να ζεις και να τρέμεις μέσα από τις αναμνήσεις των παππούδων που τότε ήταν παιδιά, 12 χρονών ο δικός μου. Πρόσφυγες. Τουρκόσποροι. Τούρκοι. Έλληνες είμαστε, Ελλάδα δεν ήταν ο Πόντος; Δεν μπορούσε να βρει γαλήνη μέχρι το τέλος του ο παππούς, διαμαρτυρόταν και βούρκωνε, 60 χρόνια έζησε εδώ κι ακόμα ένιωθε ξένος. 7 χρονών ήμουν στα τελευταία του που με έπαιρνε μαζί στο βουνό, ξέχασα πια τη φωνή του, αλλά όχι το κλάμα του. Πήρα το όνομα, πήρα και τη χάρη, έλεγαν όλοι, όλη μέρα με το τρανζιστοράκι και τις ιστορίες, σαν τον παππού. Θυμάμαι την υφή και τη μυρωδιά της τραγιάσκας του, που μου τη φόραγε και γελούσε.
Ξέχνα την πολιτική και τα κόμματα. Άσε στην άκρη τις πεποιθήσεις και τα αριστερά και τα δεξιά. Κοίτα μέσα στην καρδιά σου, ρε φίλε, πες μου, πώς μπορείς να τρέχεις και να χτυπιέσαι και να αφιερώνεις τη μισή σου ζωή σ' αυτή την ομάδα, πώς αυτοπροσδιορίζεσαι ως «Παοκτσής» πρώτα και πάνω απ' όλα, όταν μισείς πρόσφυγες και μετανάστες, όταν καταριέσαι τις νέες γενιές ανθρώπων που κάποια μοίρα τους πέταξε σ' αυτό τον τόπο που πάσχιζαν οι παππούδες μας να διεκδικήσουν ως πατρίδα και δεν τους άφηναν, όταν οι ίδιες οι ρίζες και η γέννα της ομάδας που σε παθιάζει, της δεύτερης οικογένειάς σου, είναι η προσφυγιά και το μαρτύριο του ξεριζωμού. Μαζί ταξιδεύουμε είκοσι πέντε χρόνια, μαζί τραγουδάμε, μαζί καβαλάμε το κάγκελο, ακόμα δεν μπορώ να σε καταλάβω.


κείμενο από τον Ισοβίτη