Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2015

ΖΗΤΩ ΤΟ ΑΦΟΡΙΣΜΕΝΟ 1821 !

«… Όταν οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους
και να κοιμηθούν δίχως παράπονο,
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου, είναι η Ειρήνη.»
Γιάννης Ρίτσος
πηγή : zenithmag                                                  Γράφει ο Λευτέρης Κωνσταντινίδης

Δεν είναι μόνον οι ζωντανοί που ζητούν τη δικαίωσή τους αλλά και οι νεκροί, τα γεγονότα και οι εποχές κραυγάζουν για αλήθεια, αναγνώριση και δικαίωση. Και εμείς ακόμη εμφυλιοπολεμούμε !
Πέρασαν πάνω από 185 χρόνια από την Επανάσταση του ΄21 και ακόμη και σήμερα μια σειρά από ήρωες και πρωταγωνιστές της εθνικής μας παλιγγενεσίας τους βαραίνει ο αφορισμός του Γρηγορίου του Ε’. Ο ίδιος αφορισμός βαραίνει και αυτήν την ίδια την Επανάσταση, την ανάσταση δηλαδή του Γένους.
Ο Κολοκοτρώνης, ο Υψηλάντης, ο Σούτσος, ο Ρήγας, ο Ανδρούτσος, ο Καραϊσκάκης, οι Σουλιώτες και μια πλειάδα ακόμη από επώνυμα και ανώνυμα παλλικάρια περιμένουν καρτερικά κάτω από το χώμα την άρση του αφορισμού τους. Ο φοβερός αφορισμός ήταν ένα τρομακτικό όπλο, πολύ συνηθισμένο και αποτελεσματικό μέσο για να κρατηθούν οι έλληνες, υποτελείς και ραγιάδες στους τούρκους για 400 χρόνια. Οι απλοϊκοί άνθρωποι περισσότερο έτρεμαν τον αφορισμό και από τον ίδιον το θάνατο. Ακόμη κι αυτός, ο χαλκέντερος και πολύπαθος Κολοκοτρώνης δεν άντεξε τον αφορισμό του Γρηγορίου του Ε’ στα 1806. Όταν τον επόμενο χρόνο, στα 1807 βρέθηκε κουρσάρος πλέον στη Χαλκιδική, έστειλε ένα μήνυμα στον εξόριστο τότε, από τον σουλτάνο, στο Άγιον Όρος, Γρηγόριο τον Ε’ που τούγραφε ότι εκείνος τον κατάντησε έτσι: «Εσύ μούγραψες την προδοσία στο χαρτί αλλά εγώ θα σου τη γράψω στο κούτελο.» Η απάντηση του πρώην αλλά και μελλοντικού Πατριάρχη ήταν ότι όλα έγιναν «κατά θείαν παραχώρησιν»!
Σκοπός του μικρού αυτού σημειώματος είναι να τιμήσει τον κατώτερο κλήρο, τον Κοσμά τον Αιτωλό, τον Αθανάσιο Διάκο, τον Παπαφλέσσα και κάθε Παπαφλέσσα τοτινό και τωρινό και να επιτιμήσει τον Γρηγόριο τον Ε’, τον Π.Π. Γερμανό και γενικά τον ανώτερο κλήρο που συνεργάστηκαν με τους τούρκους και έκαναν το παν να κρατηθούν οι έλληνες υποτελείς και δούλοι των κατακτητών. Δεν πρέπει να λησμονούμε όμως και τους άξιους ποιμενάρχες όπως τον μητροπολίτη Λαρίσης και πρωτομάρτυρα Δ. Σκυλόσοφο, τον ήρωα του Μεσολογγίου Επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ, τον Άνθιμο Γαζή και άλλους που δυστυχώς ήταν η εξαίρεση του κανόνα.

Παρασιώπηση γεγονότων, συνηδειτά ψέμματα, διαστρέβλωση της αλήθειας και κατασκευασμένα γεγονότα συνετέλεσαν ώστε ακόμη και σήμερα να επικρατεί θολούρα και σύγχιση γύρω από πρόσωπα και γεγονότα. Για το ανύπαρκτο κρυφό σχολειό, έγραψα πριν 20 χρόνια ένα κείμενο που, μέρος του, λόγω του μεγέθους του, δημοσιεύθηκε  στο «Ποντίκι» το 1987. Ακόμη και αυτός ο Αρχιεπίσκοπος κ. Χριστόδουλος σήκωσε, πριν μερικά χρόνια στη λαοσύναξη της Αθήνας για τις ταυτότητες, το ανύπαρκτο λάβαρο της Αγίας Λαύρας, που δήθεν σήκωσε ο Π.Π. Γερμανός κηρύσσοντας έτσι την Επανάσταση !
Εκεί κατέφυγαν αυτός και άλλοι προύχοντες «τεθορυβημένοι, τεταραγμένοι και κατεπτοημένοι» μέχρι να καθησυχάσουν τα πράγματα. Κούνια που τους κούναγε !…
Έχει δίκιο ο Γιάννης Σκαρίμπας σαν γράφει ότι, «ούτε η πανούκλα, ούτε η χολέρα έκαναν τόσο κακό στην ανθρωπότητα όσο η ιστορία», εννοώντας βέβαια τους πλαστογράφους και κιβδηλοποιούς της ιστορίας τοτινούς και τωρινούς.
Ό,τι εγκλήματα διέπραξαν οι συνεργάτες των γερμανών, οι ταγματασφαλίτες κατά της διάρκεια της γερμανικής κατοχής την ίδια και χειρότερη προδοτική και εγκληματική συμπεριφορά είχαν και οι εθελόδουλοι κοτζαμπάσηδες.
 Το παραμύθι ότι στην Αγία Λαύρα υψώθηκε δήθεν το λάβαρο του ’21 και άρχισε η Επανάσταση, ο Miller τη θεωρεί «παράδοσιν ποιητικήν». Ο Φιλήμων την αποκαλεί «παχυλόν ψεύδος». Ο Σπυρίδων Τρικούπης γράφει : «Ψευδής είναι η εν τη Ελλάδι επικρατούσα ιδέα ότι εν τη Μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά πρώτον η σημαία της Ελληνικής Επανάστασης». Τέλος, ο Finley υποστηρίζει : «Επικρατεί γενική γνώμη στην Ελλάδα ότι φθάνοντας στη Μονή της Αγίας Λαύρας οι προύχοντες και οι δεσποτάδες κηρύξανε την επανάσταση. Αυτό δεν είναι σωστό. Επιδιώκανε να καθησυχάσουνε τις υποψίες των τούρκων στα Καλάβρυτα και στη Βοστίτσα».
Αν όντως είχε ανυψωθεί το περίφημο λάβαρο της επανάστασης αυτό θα το μνημόνευε στα απομνημονεύματά του, που έγραψε λίγα χρόνια αργότερα, ο Π.Π. Γερμανός. Αν είχε έστω και ίχνος αλήθειας το ευφάνταστο αυτό μύθευμα, τότε και μόνον αυτή η πράξη του Π.Π. Γερμανού θα ξέπλενε όλα του τα ανομήματα και θα τον συγχωρούσαμε για όλες τις αθλιότητες που μέχρι τότε και αργότερα διέπραξε στη ζωή του. Αντίθετα, για τον Λεωνίδα του ’21, δηλ. τον Παπαφλέσσα, γράφει με εμπάθεια και φανερή περιφρόνηση στα απομνημονεύματά του: «Γρηγόριος τις, Δικαίος λεγόμενος, αλιτήριος, απατεών, εξωλέστατος και ασυνείδητος περί μηδενός άλλου φροντίζων ειμή τίνι τρόπω να ερεθίσει την ταραχήν (βλέπε Επανάσταση) του έθνους  δια να πλουτίσει εκ των αρπαγών
Από έγγραφα του γενικού αρχείου του κράτους που έφερε στην επιφάνεια ο
Ε. Πρωτοψάλτης, αποδεικνύεται ότι το 1851 γίνεται πρώτη φορά λόγος για το λάβαρο και σε καμμία περίπτωση δεν θα το σήκωνε ένας παρακοιμώμενος των τούρκων, τουρκοχριστιανός και τουρκολάτρης όπως ο Π.Π. Γερμανός, ο οποίος μόνο σε ένα πεδίο διέπρεψε, αυτό της τοκογλυφίας. Δάνειζε με βαρύτατο επιτόκιο (15%) ακόμη και σε μοναστήρια και εκκλησίες της δικαιοδοσίας του. Τύφλα νάχουν όλοι οι σύγχρονοι Γούκοι. Αν και βαθύπλουτος, το όνομά του απουσιάζει απ’όλους τους εράνους που έγιναν για την Επανάσταση.
Όλα αυτά τα ασύστολα ψεύδη και τερατουργηματικά μυθεύματα κατασκευάστηκαν πολύ αργότερα για έναν και μόνο λόγο. Ήθελαν να κλέψουν τη δόξα του λαού, που ξυπόλυτος και πεινασμένος, σήκωσε το γιαταγάνι και το καρυοφύλλι και ελευθέρωσε την πατρίδα. Ο ανώτατος κλήρος και οι «αυθορμήτως υποκύψαντες στον τουρκικό ζυγό κοτζαμπάσηδες», κατέκλεψαν και διαμοίρασαν ό,τι οι αφορισμένοι ήρωες, επώνυμοι και ανώνυμοι, με το αίμα τους και τη ζωή τους ελευθέρωσαν.
Οι εθνικές γαίες, 7.000.000 περίπου στρέμματα και όλα τα κινητά πλούτη που άφησαν πίσω οι τούρκοι, αντί να μοιραστούν στον εξαθλιωμένο και χειμαζόμενο λαό, τα σφετερίστηκαν ο ανώτατος κλήρος και οι απερίτμητοι τούρκοι, όπως αποκαλούσε ο λαός τους κοτζαμπάσηδες. Όλοι αυτοί μπορεί να είχαν πλούτη, χωράφια και εξουσία αλλά τους έλειπε κάτι. Και αυτό ήταν η δόξα και η τιμή του λαού που απελευθέρωσε την πατρίδα. Έτσι, οι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί της εποχής εκείνης, που βρίσκονταν στα χέρια του ανώτατου κλήρου και των προυχόντων, όπως άλλωστε συνέβαινε πάντα και συμβαίνει ακόμη και σήμερα, άρχισαν να κατασκευάζουν γεγονότα και ανύπαρκτους ηρωισμούς του συναφιού τους. Μ’αυτόν τον τρόπο γεννήθηκαν κρυφά σχολεία, λάβαρα της Αγίας Λαύρας και άλλα ψευδολογήματα, που μαζί με την απόκρυψη πραγματικών γεγονότων, μετέτρεψαν προδότες σε ήρωες και καθιέρωσαν ως ηρωικά γεγονότα μυθοπλασίες, ευφάνταστων απατεώνων. Το εθνικοαπελευθερωτικό μέρος της Επανάστασης πέτυχε αλλά το κοινωνικό της σκέλος απέτυχε παταγωδώς. Η αγροτιά, ο λαός δηλ. συνέχισε να παραμένει νηστικός, άκληρος, ρακένδυτος και ανέστιος.
 Όποιος έχει διαβάσει το χυδαίο και κατάπτυστο κείμενο του αφορισμού της Επανάστασης που υπέγραψε ο Γρηγόριος ο Ε΄ και 22 ακόμη Μητροπολίτες, αρρώστησε από αηδία και φρίκη. Ακόμη και σήμερα, όχι μόνον επιχειρείται από πολλούς να δικαιολογηθεί με αστεία επιχειρήματα η φρικιαστική ενέργεια του αφορισμού της Επανάστασης, που ράγιζε και πέτρες ακόμη, αλλά και γίνεται προσπάθεια να εμφανισθεί ο Γρηγόριος ο Ε΄ ως δήθεν ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας. Τα γεγονότα όμως καθώς και οι πρωταγωνιστές της Επανάστασης τους διαψεύδουν.
Το 1805, όταν οι άγγλοι απειλούσαν την Κωνσταντινούπολη, ο Γρηγόριος ο Ε΄ όχι μόνο μίσθωσε 3.000 εργάτες, αλλά και, όπως γράφει ο Mendelson, «μετέσχε μετά ζήλου των οχυρωματικών εργασιών, ορύσσων ο ίδιος ιδίοις χερσίν ώστε να επισύρει και αυτού του Σουλτάνου την ευμενή προσοχή
Παραμονές της Επανάστασης ο Υψηλάντης έγραψε στους φιλικούς στην Κωνσταντινούπολη: «Προς τούτους μη δώσετε πίστην, μήτε εις τον αγιώτατον, ασκητικώτατον και φιλογενέστατον καλόγηρον (τον Πατριάρχην), ούτε εις τους στενούς φίλους αυτού
Επίσης ο Κολοκοτρώνης, όχι μόνον έστειλε από τη Χαλκιδική την παραπάνω επιστολή στον Γρηγόριο τον Ε΄, αλλά και το 1833, σε ομιλία του σε φοιτητές στην Πνύκα, αναφέρθηκε με πικρία και απέχθεια σ’αυτόν.
 Ο ανώτερος κλήρος και το μακρύ φοροεισπραχτικό χέρι της τουρκικής διοίκησης, «τεθορυβημένοι, τεταραγμένοι και κατεπτοημένοι», έκαναν το παν για να μην εκραγεί η Επανάσταση. Και όταν αυτή άναψε για καλά σύρθηκαν και εκείνοι εκόντες άκοντες. Αν ήταν δε στο χέρι τους, ακόμη θα είμασταν σκλάβοι στους τούρκους. Στην προσπάθειά τους να καταπνίξουν την Επανάσταση, έξαρχοι του Πατριαρχείου περιέτρεχαν την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα και κάθε Κυριακή αφόριζαν στις εκκλησίες αλλά και στα τζαμιά κάθε έναν που σήκωνε το γιαταγάνι και το τουφέκι εναντίον των τούρκων και με γελοία φληναφήματα, όπως: «…Ας μην χάσωμεν δια μίαν ψευδήν και ανύπαρκτον τάχα ελευθερίαν του παρόντος βίου, τας αμαράντους στεφάνους αιωνίου μακαριότητας» ή «…Ελευθερία εν τω ουρανώ και υποταγή επί της γης»,κρατούσαν τον λαό ραγιά και υποτελή των τούρκων.
Ένας άλλος δεσπότης, ο Πορφύριος της Άρτας, όχι μόνον αφόρισε τους Σουλιώτες αλλά στρατολόγησε και 500 αγρότες, τους όπλισε και τους έστειλε να πολεμήσουν εναντίον των Σουλιωτών. Ο δε μητροπολίτης Πάργας Ιγνάτιος απειλούσε με αφορισμό τους Αρτινούς εάν προσέτρεχαν σε βοήθεια των Σουλιωτών.
Μετά από όλα αυτά απορεί κανείς πώς πέτυχε η Επανάσταση, η οποία ήταν έργο, με πρωτεργάτη τη Φιλική Εταιρεία και εθνεργέτη τον Παπαφλέσσα, μονάχα του ΛΑΟΥ που ο Π.Π. Γερμανός αποκαλούσε  «χυδαίο, απαίδευτο, άπειρο, φτωχό, ποταπό, που… κατήντησε εις αχαλίνωτον ενθουσιασμόν».
 Έχοντας υπ’όψιν όλα τα παραπάνω αλλά και μύριες άλλες αθλιότητες και προδοσίες του ανώτατου κλήρου και των μισητών κοτζαμπάσηδων, των χριστιανών πασάδων, όπως ήταν πιο γνωστοί, ο «Σύλλογος Ελλήνων Επιστημόνων Σουηδίας» απέστειλε τον Μάρτιο του 1982 υπόμνημα στον τότε πρωθυπουργό, Ανδρέα Παπανδρέου και τον καλούσε να ενεργήσει τα δέοντα ώστε η Εκκλησία της Ελλάδος να άρει τον αφορισμό της Επανάστασης του ’21 και να ζητήσει συγγνώμη από τους αφορισμένους μυστακοφόρους του αγώνα.
Το υπόμνημα αυτό δεν έφτασε ποτέ στα χέρια του πρωθυπουργού, όπως μας διαβεβαίωσε μερικά χρόνια μετά ο ίδιος αλλά και η διευθύντρια του γραφείου του κα Αγγέλα Κοκκόλα.
Απ’ό,τι διαφαίνεται οι αφορισμένοι του αγώνα, για πολλά χρόνια δυστυχώς ακόμη, θα περιμένουν ανειρήνευτοι τη δικαίωσή τους.
Ζήτω ο «αλιτήριος, ο απατεών, ο εξωλέστατος και ο ασυνείδητος» Παπαφλέσσας!
 Ζήτω τα αφορισμένα μυστακοφόρα παλικάρια του ’21 !
 Ζήτω «ο χυδαίος, ο απαίδευτος, ο άπειρος, ο φτωχός, ο ποταπός λαός … που κατήντησε εις αχαλίνωτον ενθουσιασμόν» !
 Ο Λευτέρης Κωνσταντινίδης είναι πρώην βουλευτής του ΠΑΣΟΚ.

Παρασκευή, Μαρτίου 06, 2015

10 Χρόνια Χωρίς Χρύσανθο....

Στις 29 Μαρτίου 2015, το Κέντρο Ποντιακών Μελετών παρουσιάζει στη Θεσσαλονίκη το βιβλίο του καθηγητή Ιστορίας Κωνσταντίνου Φωτιάδη με τίτλο Μνήμη μου σε λένε Χρύσανθο.
«Το δικό μου μνημόσυνο είναι ένα βιβλίο για τη ζωή και το μεγάλο έργο του Χρύσανθου», τονίζει ο Κ. Φωτιάδης.
Στην εκδήλωση το παρών θα δώσουν Πόντιοι καλλιτέχνες που θα ερμηνεύσουν μεγάλες επιτυχίες του Χρύσανθου. 





«Έτυχε να είμαστε τη νύχτα στο δρόμο από κάποιο γλέντι στον Πειραιά. Και όπως ήμασταν στο τσακίρ κέφι ο Χρύσανθος τραγούδαγε. Σε κάποια απόσταση συναντήσαμε έναν αστυφύλακα, σε 10-15 μέτρα, και σταμάτησε ο Χρύσανθος. Γιατί τότε ειδικά, επειδή ήταν νύχτα, απαγορευότανε η διατάραξη κοινής ησυχίας. Και σταμάτησε. Ήρθε όμως ο αστυφύλακας του λέει “τι κάνεις ρε παιδί μου, συνέχισε, συνέχισε”. Αλλά πάλι δεν ξεκίναγε ο Χρύσανθος. Και του λέει “κοίταξε, δεν θα σας πάω μέσα γιατί τραγούδαγες, θα σας πάω μέσα γιατί δεν τραγουδάς”». 
Ηλίας Θεοδωρίδης, αδερφός του Χρύσανθου

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 25, 2015

Σαν σήμερα η Ελληνική Βουλή αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου!


Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου αναφέρεται σε σφαγές και εκτοπισμούς εναντίον Ελληνικών πληθυσμών στην περιοχή του Πόντου που πραγματοποιήθηκαν από το κίνημα των Νεότουρκων κατά την περίοδο 1914-1923. Εκτιμάται ότι στοίχισε τη ζωή περίπου 213.000-368.000 Ελλήνων. Οι επιζώντες κατέφυγαν στα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου (ΕΣΣΔ), ενώ άλλοι μετακινήθηκαν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, στην Ελλάδα.


Τα γεγονότα της εξόντωσης των Ποντίων αναγνωρίζονται επισήμως ως γενοκτονία από το Ελληνικό Κράτος, την Κύπρο, τη Σουηδία, και την τοπική κυβέρνηση της Nότιας Αυστραλίας, της Νέας Νότιας Ουαλίας, σε οχτώ πολιτείες των Η.Π.Α., αλλά και από διεθνείς οργανισμούς, όπως η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (IAGS, International Association of Genocide Scholars).

Θεωρείται ως μια από τις πρώτες σύγχρονες γενοκτονίες στον εικοστό αιώνα. Η γενοκτονία ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα, το οποίο η κυβέρνηση των Νεότουρκων έφερε σε πέρας με συστηματικότητα. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε ήταν ο εκτοπισμός των γηγενών από τις εστίες τους στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, η εξάντληση από τις κακουχίες, τα βασανιστήρια, η πείνα και η δίψα, και τα στρατόπεδα εργασίας (Αμελέ Ταμπουρού).


Η διεθνής βιβλιογραφία και τα κρατικά αρχεία πολλών χωρών καταγράφουν το έγκλημα που διαπράχθηκε εναντίον του Ελληνικού πληθυσμού του Πόντου. Η Γενοκτονία των Ποντίων πραγματοποιήθηκε παράλληλα με τις γενοκτονίες σε βάρος και των υπολοίπων Ελλήνων της Μικράς Ασίας, αλλά και των άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως η Γενοκτονία των Αρμενίων (1915), αλλά και των Ασσυρίων και των Χαλδαίων.


Η Βουλή των Ελλήνων στις 24 Φεβρουαρίου του 1994, αναγνώρισε τη γενοκτονία των Ποντίων και ψήφισε ομόφωνα για την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως "Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού".

Τρίτη, Φεβρουαρίου 10, 2015

Μεταφράζεται στα Ρώσικα το βιβλίο «Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου» του Κ. Φωτιάδη

πηγή : e-pontos.gr

Το Ίδρυμα Ιβάν Σαββίδης έχει αναλάβει την έκδοση της ρώσικης μετάφρασης του βιβλίου που είχε εκδόσει στα ελληνικά το Ελληνικό Κοινοβούλιο το 2005 «Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου». Η μετάφραση του βιβλίου σε έξι ευρωπαϊκές γλώσσες έγινε από τις εκδόσεις του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων, την ίδια χρονιά, όταν Πρόεδρος ήταν ο Απόστολος Κακλαμάνης. Τότε είχαμε συμφωνήσει, παρουσία των βουλευτών Τσιτουρίδη και Καστανίδη, ότι θα προχωρήσουν αμέσως όλες οι εκδόσεις, για να διατεθούν σε πανεπιστήμια, πρεσβείες και ειδικά ερευνητικά κέντρα μελέτης και καταδίκης των εγκλημάτων Γενοκτονίας.

Δέκα χρόνια είχαν φυλακισμένες οι μεταφράσεις, γιατί οι φιλοκεμαλικές κυβερνήσεις της πατρίδας μας, είχαν αυτή την εντολή από τους φίλους Αμερικάνους, αλλά και εξαιτίας της πίεσης, που δέχονταν από την ένοχο και γενοκτονική γειτονική χώρα. Λίγες ημέρες πριν τις εκλογές, μετά από πιέσεις, πήρα τις μεταφράσεις από το προεδρείο της Βουλής και προχωρώ στην έκδοση τους. Ευχαριστώ τον Ιβάν Σαββίδη, που μετά το Συνέδρειο της Μόσχας, για τις γενοκτονίες του 20ου αιώνα, προθυμοποιήθηκε να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στον αγώνα μας για την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.

Κώστας Φωτιάδης

Κυριακή, Φεβρουαρίου 01, 2015

Φανέρωσέ μου την μάσκα που κρύβεις....



Oi καπιταλιστές θα μας πουλήσουν το σκοινί με το οποίο θα τους κρεμάσουμε…
Christiano Nero

Τετάρτη, Ιανουαρίου 21, 2015

Σώπα, μη μιλάς…

Σώπα, μη μιλάς…
Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή
κόψ' τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή είναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε:
"σώπα".
Στο σχολείο μου κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :"εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!"
Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
"κοίτα μην πεις τίποτα, σσσσ....σώπα!"
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
"Τι σε νοιάζει εσένα;", μου λέγανε,
"θα βρεις το μπελά σου, σώπα".
Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
"Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα"
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,
η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε "Σώπα".
Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
"Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα"
Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γείτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.
Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του "Σώπα".
και μαζευτήκαμε πολλοί
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!
Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ
εύκολα, μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το "Σώπα".
Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν' την να σωπάσει.
Κόψ' την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς ,
χωρίς να μιλάς να λες "έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς"
Αχ! Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς.
Και δεν θα μιλάς,
θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.
Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ' την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμήσεις. Κόψε τη γλώσσά σου.
Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα' ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψίθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λέει:
ΜΙΛΑ!....
ΑΖΙΖ ΝΕΣΙΝ

Σάββατο, Ιανουαρίου 17, 2015

Τέρμα η εσωστρέφεια,έχουμε πόλεμο.

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΦΙΛΩΝ Π.Α.Ο.Κ. | ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

16/01/2015 - ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ 1926


Καλούμε όλον τον μαχόμενο λαό του Π.Α.Ο.Κ. να δώσει βροντερό παρόν στο κυριακάτικο παιχνίδι του Π.Α.Ο.Κ. μας 

απέναντι στους εχθρούς μας.

Οι εχθροί είναι πολλοί και όχι μόνο μια αντίπαλη ομάδα.

Τα όπλά μας είναι η παρουσία μας,η φωνή και η συνεχής στήριξη.

Δεν χαρίζουμε και διεκδικούμε.

Δεν μασάμε και πολεμάμε.

Δεν μετράμε απώλειες πλέον,κάνουμε επίθεση εμείς.

Τέρμα η εσωστρέφεια,έχουμε πόλεμο.

Η ιστορία θα μας κρίνει όλους.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 29, 2014

ΠΑΟΚ είσαι


Η απόλυτη ταύτιση με μια ομάδα. Ο αποδέκτης του λήμματος παύει να έχει όνομα, δεν είναι ο Δημήτρης, ο Κώστας, ο Γιώργος, είναι απλά ο ΠΑΟΚ ο ίδιος.

Το λήμμα χρησιμοποιείται ευρέως στη Β. Ελλάδα είτε σε συνομιλίες μεταξύ οπαδών είτε σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές με συμμετοχή πάντα οπαδών.

Η έννοια του λήμματος είναι διττή. Εκφράζει τόσο την ταύτιση του οπαδού με την ομάδα όσο και το αντίστροφο. Αναφέρεται δηλαδή σε λαϊκές ομάδες που βασική τους δύναμη είναι ο κόσμος τους.

Όπως όλες οι μεγάλες ατάκες (βλ. «σήκωσε το το γαμημένο» κ.α.) έτσι και αυτή ξεκίνησε από την Θεσσαλονικιώτικη μαγκιά των ΠΑΟΚτσίδων ή επί το μονολεκτικότερον ΠΑΟΚτιδιλίκι αλλά το δανείστηκαν και οπαδοί άλλων ομάδων.
-Με ποιόν παίζουμε την Κυριακή;
-Τι ρωτάς ρε φίλε, ΠΑΟΚ είσαι, με όποιον και να παίζουμε θα τον πατήσουμε.

-Ρε εσύ μαλάκα, θα μας σφυρίζει λέει ο Σπάθας την Κυριακή.
- Μη μασάς ρε, ΠΑΟΚ είσαι ρε, χαλάρωσε. Ας μας σφυρίξει και ο Κόκκαλης. ΠΑΟΚ είσαι, μη μασάς τίποτα.


Τρίτη, Δεκεμβρίου 23, 2014

ΤΑ ΑΥΘΕΝΤΙΚΑ «ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ»

«Εγώ, ο Μανώλης Αξιώτης»



Οι συνήθεις πατριώτες βρίσκουν τα "Ματωμένα Χώματα" υπερβολικά διεθνιστικά. Αν διάβαζαν ωστόσο τα απομνημονεύματα του μικρασιάτη πρωταγωνιστή τους, μάλλον θα πίστωναν τη Διδώ Σωτηρίου με αυξημένη δόση εθνικοφροσύνης.
 


Αν υπάρχει ένα βιβλίο που καθόρισε τη συλλογική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας για τη Μικρασία, αυτό είναι τα «Ματωμένα Χώματα» της Διδώς Σωτηρίου.

Από το 1962 που πρωτοκυκλοφόρησε μέχρι σήμερα, τα 400.000 αντίτυπά του έχουν διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό την εικόνα του σύγχρονου Ελληνα για τη μικρασιατική εκστρατεία, το τουρκικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα και την εθνοκάθαρση του 1922.

Η επιτυχία του βιβλίου δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Η ρέουσα αφήγησή του αναπαράγει τα τραυματικά βιώματα των ξεριζωμένων, χωρίς να αμφισβητεί ούτε στο ελάχιστο τα κυρίαρχα εθνικά στερεότυπα για τον «ξύπνιο» ελληνισμό της Ανατολής, τους «καθυστερημένους» κι «αγαθούς» τούρκους γείτονές του ή τους φθονερούς εξ Εσπερίας ανταγωνιστές του.

Ταυτόχρονα, το αντιιμπεριαλιστικό μήνυμά του, εστιασμένο αποκλειστικά στις δολοπλοκίες των δυτικοευρωπαίων καπιταλιστών, δεν μπορούσε παρά να βρει πρόσφορο έδαφος σ' ένα κοινό έντονα σημαδεμένο από την πρόσφατη γερμανική κατοχή, τις αμερικανοβρετανικές ίντριγκες και την αιματηρή κατάπνιξη του εαμικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος.

Δεν είναι έτσι καθόλου τυχαίο που το ίδιο μυθιστόρημα επιστρατεύτηκε τον Αύγουστο του 2007 από την κυβέρνηση Καραμανλή ως εναλλακτικό σχολικό αφήγημα, εθνοπρεπές κι αριστερογενές συνάμα, προορισμένο να καλύψει τα κενά που άφηναν οι περί «συνωστισμού» λακωνικές διατυπώσεις του βραχύβιου «κοσμοπολίτικου» εγχειριδίου Ιστορίας της ΣΤ' Δημοτικού.

Η επιλογή αυτή, η πατρότητα της οποίας αποδόθηκε στον κ. Ρουσόπουλο, δίχασε προς στιγμήν το στρατόπεδο των επικριτών του επίμαχου σχολικού βιβλίου. Κάποιοι πανηγύρισαν για τη διανομή των «Ματωμένων Χωμάτων» στους μαθητές, ενώ άλλοι εξέφρασαν αμφιβολίες κατά πόσον οι ανατριχιαστικές περιγραφές βιαιοτήτων που περιέχει το βιβλίο είναι κατάλληλες για δωδεκάχρονα παιδιά.

Ο ακροδεξιός πυρήνας του «κινήματος» κατήγγειλε, τέλος, την εισαγωγή στα σχολεία του βιβλίου μιας «κομμουνίστριας», χαρακτηρίζοντάς το αναφανδόν «εθνοπροδοτικό».

Παρόμοια πυρά δέχτηκε και η φετινή τηλεοπτική μεταφορά του βιβλίου από τον Κώστα Κουτσομύτη στον Alpha. Οι κριτικές δεν περιορίστηκαν στο ξεχείλωμα της αρχικής αφήγησης που επιβάλλουν οι σεναριακές συμβάσεις της μικρής οθόνης, αλλά επεκτάθηκαν και στο «εθνικώς ύποπτο» περιεχόμενο του σίριαλ. Μπροστά στην αμφισβήτηση του πατριωτισμού της, η διεύθυνση του σταθμού αισθάνθηκε υποχρεωμένη να διαψεύσει επίσημα τη φήμη ότι «σύμβουλος» της σειράς είναι η καθηγήτρια Μαρία Ρεπούση.

Κι όμως, αν για κάτι μπορούν να κατηγορηθούν τα «Ματωμένα Χώματα» (όχι το σίριαλ, αλλά το βιβλίο) είναι ότι η συγγραφέας τους τροποίησε επί το εθνοπρεπέστερο τη μαρτυρία του βασικού ήρωά της, πάνω στην οποία είναι δομημένο όλο το μυθιστόρημα.

Γιατί ο Μανώλης Αξιώτης από τον Κιρκινζέ δεν είναι κάποιο φανταστικό, αλλά απολύτως υπαρκτό πρόσωπο. Οπως διαπιστώνουμε μάλιστα από το αρχείο της Διδώς Σωτηρίου (στο Ε.Λ.Ι.Α.) κι από την προδημοσίευση ενός μέρους του στην «Αυγή» το 1961, αρχικά το μυθιστόρημα έφερε ως τίτλο το όνομα του ήρωά του.

Τα επόμενα χρόνια, ο ίδιος ο Αξιώτης εξέδωσε δυο βιβλία γύρω από τη ζωή του. Το πρώτο, «Το μπερδεμένο κουβάρι» (1965), υπήρξε μια αμφιλεγόμενη απόπειρα «συμπληρώματος», «διόρθωσης» και διεκδίκησης της πατρότητας των «Ματωμένων Χωμάτων». Το δεύτερο κυκλοφόρησε το 1976 με τον παραπλανητικό τίτλο «Ενωμένα Βαλκάνια» (στο εξής: ΕΒ) κι αποτελεί την τελική, αυθεντική αυτοβιογραφία του.

Η σύγκριση αυτής της αυτοβιογραφίας με τα «Ματωμένα Χώματα» αποκαλύπτει πολλές διαφορές μεταξύ των δύο κειμένων. Ορισμένες απ' αυτές υπηρετούν μόνο την οικονομία της αφήγησης, ενώ κάποιες άλλες τροποποιούν αισθητά την οπτική γωνία (και τα βιώματα) του αυτόπτη μάρτυρα - αφηγητή. Ας δούμε μερικές απ' αυτές.

Εμποροι και κατεργάρηδες

Στα 13 του, ο Αξιώτης στάλθηκε απ' τον πατέρα του στη Σμύρνη ως βοηθός σ' εμπορικό κατάστημα. Το πρώτο του αφεντικό, ο Χατζησταυρή Εφέντης, έκλεβε συστηματικά στο ζύγι τους προμηθευτές του τούρκους χωρικούς, ακόμη κι εκείνους που βρίσκονταν σε απόλυτη ένδεια ή αυτοθυσιάζονταν για να βοηθήσουν τους καταχρεωμένους συγγενείς τους (ΕΒ, σ. 28-33).

«Εμείς οι μικροί έμποροι άμα δεν κλέψωμε στο ζύγι δεν μας μένει τίποτε, γιατί οι μεγαλέμποροι δεν μας αφήνουν περιθώριο κέρδους», εξήγησε στο σοκαρισμένο νεαρό.

«Ο,τι αρπάξουμε μέσα στους δυο μήνες, αυτό είναι το κέρδος μας! Και αυτό μόνο από τους Τούρκους χωριάτες! Αγοράζουμε κι από τους Χριστιανούς, αλλά απ' αυτούς εύκολα δεν μπορούμε να κλέψουμε» (σ. 30).

Η Διδώ Σωτηρίου αναπαράγει πιστά την περιγραφή της εξαπάτησης (σ. 46-53), μετασχηματίζει όμως επί το εθνικότερον τις δικαιολογίες του αφεντικού: «Τι είναι το κατιτίς το παραπανίσιο που παίρνω από τούτους εδώ τους διαβόλους, μπροστά σε κείνο που μου τρώει το τούρκικο κράτος; Είδες ποτέ σου το Σελήμ εφέντη, το συνεταίρο μου; Δεν τον είδες κι ούτε θα τόνε δεις. Κι όμως μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει μ' αρπάζει τα μισά κέρδη!»

Εκτός από την υποκατάσταση των (απροσδιόριστης εθνικότητας) μεγαλεμπόρων από έναν επινοημένο τούρκο «συνεταίρο», η εθνοπρεπής μεταποίηση της αρχικής μαρτυρίας επεκτείνεται και στη συλλογική αποκατάσταση των ελλήνων της Σμύρνης: «Αργότερα γνώρισα εμπόρους τρανούς, που δεν καταδεχότανε να κάνουνε τις μικροκατεργαριές του Χατζησταυρή», εξηγεί π.χ. ο αφηγητής στα «Ματωμένα Χώματα» (σ. 52), εξυμνώντας το μεγαλέμπορο Σεϊτάνογλου, στο μαγαζί του οποίου «μπαινοβγαίνανε πραγματικοί τσελεμπήδες απ' αυτουνούς που κρατούσανε στα χέρια τους τον πλούτο της Ανατολής» (σ. 62).

Ο ίδιος ο Αξιώτης δεν αναφέρει, ωστόσο, την παραμικρή επαφή του με μεγαλοαστούς. Ως μοναδικούς τίμιους εμπόρους μνημονεύει δε δυο μικρομπακάληδες, τον μπάρμπα-Πέτρο (σ. 33-7) και τον κυρ-Βασιλάκη (σ. 37-8).

Ο Αξιώτης δεν αναφέρει το παραμικρό περί κοντραμπατζήδων (λαθρεμπόρων), ενώ η Σωτηρίου τον βάζει να δουλεύει για λογαριασμό τους και να εξυμνεί τη λεβεντιά τους (σ. 55-61), επιλογή που συνάδει με τη γενικότερη μεταπολεμική στροφή της μικρασιατικής λογοτεχνίας απέναντι στη συγκεκριμένη επαγγελματική κατηγορία.

Δεν αναφέρει επίσης ούτε λέξη για την ανταρτοομάδα του «λεβέντη Στρατή του ξένου», που στα «Ματωμένα Χώματα» βγαίνει στο βουνό τη νύχτα του γάμου του, «τρομοκρατεί» τα τουρκικά αποσπάσματα και πεθαίνει ηρωικά, αποσπώντας το θαυμασμό του επικεφαλής τούρκου αξιωματικού (σ. 97-106). Δεν δηλώνει καν «τροφοδότης μιανής ομάδας» ελλήνων λιποτακτών του οθωμανικού στρατού το 1914-15, όπως τον θέλει η Σωτηρίου (σ. 106).

Λαθρέμποροι και κατσάκηδες

Η αφήγηση των επαφών του με τους λιποτάκτες είναι, αντίθετα, απολύτως αντιηρωική. Μετά βίας δέχτηκε να πάει μια και μοναδική φορά τρόφιμα σε κάποιους, «όλους γνωστούς του», που κρύβονταν σε μια σπηλιά (σ.50).

Οταν αυτοί αφόπλισαν δυο περαστικούς τούρκους χωροφύλακες, η δημογεροντία του χωριού τού ανέθεσε να μεσολαβήσει για την επιστροφή των όπλων, καθώς αυτή η «ανόητος πράξις» μπορούσε να «έχει τρομερές συνέπειες για όλη την κοινότητα» και οι αρχές «να εξορίσουν ολόκληρο το χωριό» (σ. 51). Τα όπλα επιστράφηκαν κι ο λοχίας της τοπικής φρουράς πείστηκε, έναντι αμοιβής, να μην αναφέρει τίποτα στους ανωτέρους του (σ. 51-2).

Λίγο αργότερα, όταν οι λιποτάκτες καταδιώχθηκαν απ' τη Χωροφυλακή, ο Αξιώτης βοήθησε στην περίθαλψη ενός τραυματία πριν τη διακομιδή του στη γειτονική Σάμο (σ. 52).

Η Κατίνα, που στα «Ματωμένα Χώματα» (κι ακόμη περισσότερο στο σίριαλ) παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή του Αξιώτη, στην αυτοβιογραφία του είναι εντελώς περιθωριακή μορφή. Ούτε κόρη έλληνα τσιφλικά που δολοφονήθηκε απ' τους Τούρκους υπήρξε ούτε ανιψιά του παπά του Κιρκινζέ, όπως τη θέλει η Σωτηρίου, αλλά μια απλή προσφυγοπούλα «παρακόρη» της οικογένειας Αξιώτη (σ.145-6). Μετά την καταστροφή, μαθεύτηκε πως «την είχαν παντρέψει με έναν Ελληνομερικανό» (σ. 201).

Σημαδιακός έρωτας του Αξιώτη ήταν αντίθετα η Ενταβιέ, η 17χρονη κόρη μιας τουρκικής οικογένειας της Ανατολίας, όπου ο ίδιος είχε αποσπαστεί ως εργάτης από τα «Τάγματα Εργασίας». Τα έφτιαξε μαζί της (ΕΒ, σ. 92-7) κι αυτή προθυμοποιήθηκε να τον ακολουθήσει στο χωριό του προσποιούμενη τη χριστιανή, ώστε να ξεπεράσουν τους θρησκευτικούς φραγμούς (σ. 115-6). Τελικά, ωστόσο, με παρότρυνση ενός συντρόφου του, την εγκατέλειψε για λόγους που ο ίδιος δυσκολεύεται να εξηγήσει (σ. 116).

Η ενοχή του γι' αυτή την εγκατάλειψη επιβεβαιώνεται ρητά στο «Μπερδεμένο Κουβάρι»: «Αφησες την Εδαβιέ σε ενδιαφέρουσα κατάσταση και έφυγες, χωρίς να σκεφτείς τις συνέπειες που θα είχε η φτωχιά Μάνα Εδαβιέ και το άμοιρό σου σπέρμα», διαβάζουμε εκεί. «Την άφησες μόνο και μόνο γιατί ήταν Τούρκισσα, και εσένα σε είχαν μάθει να μισείς ακόμη και τις αγνές ψυχές, αν αυτές είχαν την "ατυχία" να γεννηθούν από Τουρκάλα μάνα, έστω κι αν είχαν τρυφερότερη ψυχή και από ελληνίδες, όπως ήταν της Εδαβιέ» (σ. 67). Πληροφορούμαστε, μάλιστα, πως την πρώτη εκδοχή των απομνημονευμάτων του την έγραψε όταν είδε σε όνειρο πως «οι γιοι του» (από την Ενταβιέ κι από την ελληνίδα σύζυγό του) συνταντήθηκαν ως φαντάροι στον Εβρο, «αντάλλαξαν τις φωτογραφίες τους και υποσχέθηκαν να μη κτυπηθούν ποτέ μαζί» (σ. 70).

Η Διδώ Σωτηρίου περιφρονεί αυτόν τον εθνικά αντισυμβατικό έρωτα. Στα «Ματωμένα Χώματα» η «ευθύνη» για τη σχέση των δυο νέων επιρρίπτεται αποκλειστικά στην προκλητική Τουρκάλα (σ. 142-5), ο δε Αξιώτης αισθάνεται ότι «μόλυνε την ψυχή του με την πιο αντιχριστιανική πράξη» καθώς «το κορμί τούτης της κοπέλας συμβόλιζε τον προαιώνιο εχτρό μας» (σ. 145). Νιώθει, μάλιστα, την παρόρμηση να την πνίξει στο ποτάμι (σ. 145), αρκείται όμως σ' ένα απλό κήρυγμα (σ. 147).

Για τη σχετικοποίηση του συμβάντος, επινοείται από τη συγγραφέα και μια παλιότερη παρτούζα με τουρκάλα τραγουδίστρια στη Σμύρνη (σ. 144).

Στην αυτοβιογραφία του, ο Αξιώτης υπερασπίζεται, αντίθετα, ρητά τις προσωπικές σχέσεις που διέρρηξαν τους εθνοθρησκευτικούς φραγμούς. Επικαλείται, μάλιστα, έναν έρωτα που επέζησε μέσα στις φλόγες του πολέμου:

«Ενας από τους αγάδες, 35 χρονών, [ο] Αλή μπεγ, αγάπησε μια Κιρκινζώτισα 20 χρονών, τον αγάπησε κι εκείνη και έγιναν ανδρόγυνο, χωρίς να παντρευτούν επίσημα. Οταν ήρθε ο ελληνικός στρατός, η κοπέλα αυτή δεν εγκατέλειψε τον άνδρα της και πήγε μαζί του στη Σμύρνη και κάθησε. Οταν ο ελληνικός στρατός έφυγε από τη Σμύρνη, ο Αλή μπεγ την ρώτησε αν ήθελε να φύγει με τους δικούς της μαζί. Οπως αρνήθηκα να σ' εγκαταλείψω όταν ήρθαν οι Ελληνες, έτσι και τώρα δεν θέλω να σ' αφήσω, εκτός αν με διώχνεις εσύ, του είπε, κι εκείνος την κράτησε και την παντρεύτηκε επίσημα» (σ. 76).

Φόνος και εξιλέωση

Ακόμη κεντρικότερη θέση στις αναμνήσεις του Αξιώτη κατέχει ο φόνος του τούρκου οικογενειάρχη Ισμαήλ, γαμπρού ενός καπετάνιου των κεμαλικών ανταρτών, που συνελήφθη από ελληνικό στρατιωτικό απόσπασμα, ανακρίθηκε με βασανιστήρια κι αποτελειώθηκε από τον αφηγητή με χτύπημα στο κεφάλι (ΕΒ, σ. 150-4).

Ο φόνος συγκαλύφθηκε σαν «θανατηφόρο ατύχημα εν ώρα αποδράσεως», έδωσε όμως στον κομμουνιστή δεκανέα της διμοιρίας την ευκαιρία να διαφωτίσει το νεαρό μικρασιάτη για την πραγματική φύση του πολέμου:

«Πολεμάμε για τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών, ξέρομε πως τον Ισμαήλ τον σκοτώσαμε άδικα, όμως ο πόλεμος το επιβάλλει. [...] Εμάς μας έχει επιστρατεύσει ο ιμπεριαλιστικός, ο κεφαλαιοκρατικός συνασπισμός, για να τρομοκρατήσωμε και να υποτάξωμε τους Τούρκους να δεχθούν τους ληστρικούς όρους που θέλουν να τους επιβάλουν, και ο Κιορ-Μεμέτ μαζί με τον γαμβρό του τον Ισμαήλ και όλον τον τουρκικό λαό πολεμάνε να ελευθερώσουν την πατρίδα τους. Τα λόγια του δεκανέα μου κάνανε μεγάλη εντύπωση. Τώρα κατάλαβα πως αυτός ο βρώμικος πόλεμος, άθελά μου, με είχε κάνει δολοφόνο. Κατάλαβα πως εγώ ήμουν ένας κοινός εγκληματίας, ενώ ο Ισμαήλ ήταν ένας πατριώτης που υπερασπιζόταν την πατρίδα του» (σ. 154).

Δεν πρόκειται για στιγμιαίες σκέψεις αλλά για τομή στη ζωή του Μ. Αξιώτη. Η σύγχυσή του, γράφει, «ξεκαθάρισε ύστερα από 20 χρόνια όταν οι γερμανικές ορδές κατέλαβαν την Ελλάδα και αναγκάσθηκα να βγω στο βουνό μαζί με τα παιδιά μου. Κάθε φορά που χτυπιόμαστε με τους Γερμανούς έβλεπα τον Ισμαήλ ολοζώντανο μπροστά μου. [...] Ναι Μανόλη, μούλεγε, οι Γερμανοί δεν έχουν κανένα δικαίωμα να σε σκοτώσουν, εσύ με το δίκιο σου βγήκες αντάρτης. Για πες μου τώρα, Μανόλη, η Ελλάδα τι ζητούσε στην Τουρκία; Εσύ γιατί βοήθησες τους Ελληνες και δεν ήρθες μαζί μας για να υπερασπισθείς την πατρίδα μου, που ήταν και δική σου πατρίδα; Εκεί είχες την περιουσία σου, εκεί την Εκκλησία σου, εκεί το σχολείο σου, εκεί μεγάλωσες, μαζί με τον Σεφκέτ, τον Χασάν, τον Χουσεΐν και άλλους, και όμως βοήθησες τους εχθρούς των πατριωτών σου, μόνον και μόνον γιατί ήταν ομόθρησκοί σου. [...] Σκεπτόμουν πως αν πέσω μια μέρα στα χέρια των Γερμανών με τον ίδιον, ίσως και χειρότερον ακόμη θάνατο θα ξεπλύνω την αμαρτία που έκανα εναντίον του Ισμαήλ» (σ. 155-6).

Στα «Ματωμένα Χώματα» ο κομμουνιστής δεκανέας απουσιάζει παντελώς, ενώ ο φόνος του Ισμαήλ «μετριάζεται» με την αντιπαραβολή ακόμη χειρότερων τουρκικών αγριοτήτων (σ. 219-27).

Η κατάρρευση

Η Σωτηρίου θέλει τον ήρωά της να προσπαθεί ν' αποτρέψει την κατάρρευση του μετώπου τον Αύγουστο του 1922, παροτρύνοντας τους συντρόφους του να μείνουν στις θέσεις τους (σ. 284).

Στις αναμνήσεις του ο Μανώλης Αξιώτης δεν αναφέρει ωστόσο τίποτα σχετικό (σ. 168).

Γλαφυρότατος είναι, αντίθετα, όσον αφορά τις αγριότητες του διαλυμένου στρατού σε βάρος του άμαχου τουρκικού πληθυσμού: «Σαν αγέλη πεινασμένων λύκων έπεφταν οι φαντάροι μέσα στα χωριά που βρίσκονταν στο δρόμο τους. Αν οι κάτοικοι είχαν προνοήσει, και τραβηχθεί προς τα βουνά, οι φαντάροι ξεθύμαιναν στα σπίτια τους. Τα λεηλατούσαν και τα πυρπολούσαν. Δεν δίσταζαν να ξεκοιλιάσουν και κανέναν γέρο ή γριά που δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να φύγει, πιστεύοντας πως ήθελαν σεβαστεί την ηλικία τους. Την εκδικητική και καταστροφική μανία των αδιστάκτων και απείθαρχων πλέον φαντάρων την επλήρωσαν πολύ ακριβά όσα χωριά δεν πρόφθασαν ή δεν θέλησαν να φύγουν, νομίζοντας πως η παρουσία τους θα ήταν αρκετή για να σωθούν τα υπάρχοντά τους. Ούτε τα υπάρχοντά τους, ούτε την τιμή τους μα ούτε και την ζωή τους μπόρεσαν να σώσουν. [...] Ο Ελληνικός Στρατός είχε μεταβληθεί σ' ένα άτακτο και αχαλίνωτο μπουλούκι. Οποιο χωριό, πόλη ή κωμόπολη κι αν περνούσε, οργίαζε... Δεν άφηνε τίποτα όρθιο. Εσφαζε, βίαζε, λεηλατούσε, έκαιγε, κι άφηνε πίσω του ερείπια, καπνούς, αίμα και δάκρυα. Μια απαίσια φλόγα είχε βγει από το Αφιόν Καραχισάρ κι ώσπου να φθάσω στην Σμύρνη πάντα εμπρός μου βρισκόταν» (σ. 169-70).

Η αλληλοεξόντωση

Η περιγραφή της εξοντωτικής μεταχείρισης των ελλήνων αιχμαλώτων παρουσιάζει επίσης σημαντικές διαφορές στα δυο βιβλία. Η εκδοχή της Σωτηρίου έχει εμπλουτιστεί, συνήθως μέσω δευτερευουσών αφηγήσεων, με πολύ περισσότερες τουρκικές αγριότητες απ' όσες αναφέρει ο Αξιώτης.

Το κυριότερο είναι όμως ότι, στα «Ματωμένα Χώματα», η συμπεριφορά των Τούρκων εμφανίζεται καθολικά σαδιστική. Ενα τυπικό δείγμα -από τα πολλά- αφορά τις συνθήκες εγκλεισμού των αιχμαλώτων μετά την άφιξή τους στη Μαγνησία (Μανισά).

Η Διδώ Σωτηρίου θέλει τον Αξιώτη να περιγράφει το γεγονός ως εξής: «Μας βάλανε με άλλους πεντακόσιους αιχμαλώτους σ' ένα στρατόπεδο με συρματόπλεγμα. Οξω από το συρματόπλεγμα ήτανε μια μεγάλη βρύση με τρεις κάνουλες και τρεις γούρνες. Στεκόντανε Τούρκοι, ποτίζανε τα ζωνανά τους. Πίνανε κι ατοί τους, δροσιζόντανε και μας περιπαίζανε. Τους παρακολούσαμε μ' άγριο μάτι. Υστερα -πώς έγινε- δίχως συνεννόηση, χυμήξαμε όλοι μαζί, αρπάξαμε τα συρματοπλέγματα και με μια μόνη κίνηση τα ξεριζώσαμε! Τρέξαμε στη βρύση μ' αλλαλαγμούς και μουγκρητά. Αρχίσαμε ν' αρπαζόμαστε στα χέρια, ποιος πρώτος θα πιεί. Ολα γίνηκαν τόσο γρήγορα! Κανένας φρουρός δεν πυροβόλησε. Μας κοιτούσανε που δερνόμαστε και δαγκωνόμαστε αναμεταξύ μας» (σ. 325).

Η εξιστόρηση του ίδιου συμβάντος απ' τον Αξιώτη είναι ωστόσο πολύ διαφορετική: «Φθάσαμε στη Μαγνησία και μας έβαλαν σ' ένα Σχολείο. Στην αυλή είχε μια βρύση με αρκετό νερό. Αν βρισκόταν κάποιος να μας βάλει στη σειρά σε 2-3 ώρες όλοι θα ξεδιψούσαμε, αλλά εμείς είχαμε χάσει τον έλεγχόν μας. Εκείνοι που πήγαν πρώτοι κοντά στη βρύση, έπιναν, έπιναν, φούσκωναν αλλά δεν έφευγαν από τη βρύση, ενώ εκείνη τη στιγμή άλλοι πέθαιναν με τον μαρτυρικό θάνατο της αφυδατώσεως. Οι τόσο τραγικές συνθήκες που ζήσαμε ώσπου ναρθούμε εκεί μας είχαν εξαθλιώσει σε τέτοιον βαθμό που είχαμε αποκτηνωθεί και χάσει κάθε μέτρον ανθρωπιάς. Ολόκληρο εικοσιτετράωρο παλέβαμε μεταξύ μας χωρίς να μπορούμε να πιούμε μια γουλιά νερό, ενώ εκείνο το ευλογημένο έτρεχε τόσο, που θα μπορούσε να μας σβήσει τη δίψα μέσα σε δυο ώρες αν μπορούσαμε να χαλιναγωγηθούμε. Την άλλη μέρα το βράδι αφήσαμε πάνω από 50 πεθαμένους από δίψα και ποδοπατημένους κοντά στη βρύση» (σ. 190).

Οι «τουρκόσποροι»

Από τα «Ματωμένα Χώματα» απουσιάζει, τέλος, το πικρό παράπονο του αφηγητή για την υποδοχή των Μικρασιατών στην καινούρια τους πατρίδα.

«Ανεξάρτητα από την επίσημη κρατική ευμενή υποδοχή», διαβάζουμε στις αναμνήσεις του, «ο ελληνικός πληθυσμός στη συντριπτική του πλειοψηφία μας υποδέχθηκε με εχθρότητα. Στην Τουρκία είχαμε τη διακριτική σφραγίδα του γκιαβούρ (άπιστοι), η οποία τώρα αντικαταστάθηκε από την ταπεινωτική σφραγίδα του πρόσφυγα. Τουρκόσπορους και παληοπρόσφυγους μας αποκαλούσαν» (σ. 200).

Σαράντα χρόνια μετά, κι ενώ τα ενδιάμεσα κοσμοϊστορικά γεγονότα είχαν επιβεβαιώσει την ολοσχερή ενσωμάτωση των προσφύγων στον εθνικό κορμό, αυτές οι τραυματικές αναμνήσεις δεν χωρούσαν πια στην ανακατεργασμένη συλλογική μνήμη. Οχι μόνο στον επίσημο μύθο της εθνικόφρονος δεξιάς, αλλά ούτε και στην αριστερή εκδοχή του.
 




Ραγιάδες δύο ταχυτήτων

Μια σοβαρή διαφορά ανάμεσα στα «Ματωμένα Χώματα» και την αυτοβιογραφία του πρωταγωνιστή τους αφορά την ανάλυση των αιτίων της μικρασιατικής τραγωδίας: Για τη Διδώ Σωτηρίου, που υιοθετεί το αντιιμπεριαλιστικό σχήμα της αριστεράς στη βενιζελογενή εκδοχή του, η καταστροφή του ελληνισμού της Ανατολής ήταν το αποτέλεσμα της υπόθαλψης του τουρκικού εθνικισμού από το δυτικό κεφάλαιο, που ήθελε να βγάλει από τη μέση έναν ενοχλητικό ανταγωνιστή. Ο Μανώλης Αξιώτης συμμερίζεται πλήρως αυτό το σχήμα, μεγάλο μερίδιο ευθύνης επιρρίπτει ωστόσο και στους κήρυκες του ελληνικού εθνικισμού:

«Η αρχή του κακού», διαβάζουμε στις αναμνήσεις του, «θα πρέπει να αναζητηθεί στα ελληνικά, γαλλικά, αγγλικά και γερμανικά σχολεία. Ολοι οι δάσκαλοι και καθηγηταί που δίδασκαν στα σχολεία του Μικρασιατικού Ελληνισμού προέρχονταν από την Ελλάδα. Των γαλλικών από τη Γαλλία και των αγγλικών από την Αγγλία. Σε κανένα από αυτά τα σχολεία δεν υπήρχε τούρκικος έλεγχος. Το κάθε σχολείο ανάλογα με την προέλευση του δασκάλου δίδασκε στα παιδιά Εθνική Αγωγή όπως του σύμφερνε. Ετσι τα παιδιά, ακόμα και τα Τουρκόπουλα, που είχαν την ατυχία να φοιτήσουν στα σχολεία αυτά, να γίνωνται ξενόφιλοι και εχθρικά κατά κάποιον τρόπο ενάντια στην ίδια την Πατρίδα τους. Η Τουρκία ήταν ξέφραγο αμπέλι για όλων των ειδών κατασκόπους και προβοκάτορες» (σ. 22).

Στα «Ματωμένα Χώματα», αντίθετα, ο ελληνοδιδάσκαλος είναι μια ρομαντική, θετική μορφή (σ. 22-4) που λειτουργεί ως υπόδειγμα για τον νεαρό Μικρασιάτη (σ. 45). Και φυσικά στο μυθιστόρημα δεν χωρά η άποψη του Αξιώτη, ότι «στην ουσία οι Τούρκοι ήταν πολύ περισσότερο ραγιάδες από μας», καθώς το μοναδικό θεσμικό «προνόμιό» τους στις αρχές του 20ού αιώνα (η στράτευση) λειτουργούσε ουσιαστικά ως μηχανισμός οικονομικής υποδούλωσής τους στους Ελληνες, που απαλλάσσονταν από τη στρατιωτική θητεία με πολύ μικρότερο κόστος:

«Οι τούρκοι γονείς έβγαζαν το αμπέλι, το συκομπαξέ ή το χωράφι τους στο σφυρί. Ερχονταν στο γείτονά τους Κιρκιζιώτη. Δημήτρη Δαγή, έχασα το μεγάλο μου γιο στον πόλεμο της Υεμένης. Τώρα ήρθε η σειρά του να πάγει και ο μικρός. Εχει φοβηθεί το μάτι μου. Φοβάμαι να μην χάσω κι αυτόν και αποφάσισα να πουλήσω τον συκομπαξέ μου. Εσύ, ο Θεός να στα χαρίσει, έχεις! (Είχε, γιατί δεν είχε εκείνο το τρομερό δικαίωμα να στρατευτεί). Κάνε μου τη χάρη και πάρε το κτήμα μου αυτό να το βλέπω τουλάχιστον στα χέρια ενός ανθρώπου που τον γνωρίζω τόσα χρόνια. Ετσι, οι Κιρκιζώτες επωφελούμενοι από την περίσταση το αγόραζαν και είχαν αγοράσει πολλά κτήματα. Ομως αυτό σιγά σγά άρχισε να δημιουργεί ένα μίσος, μια ζηλοφθονία στους γειτόνους μας» (σ. 21).

Η διαφορά μεταξύ των δυο αφηγήσεων ίσως οφείλεται και στη συγκυρία. Τα απομνημονεύματα του Αξιώτη εκδόθηκαν μετά τη Μεταπολίτευση, σε συνθήκες δημοκρατίας, ενώ τα «Ματωμένα Χώματα» κυκλοφόρησαν κάτω από το αστυνομικό μετεμφυλιακό κράτος της ΕΡΕ. Σε μεταγενέστερο βιβλίο της, η Διδώ Σωτηρίου καταγγέλλει άλλωστε πλήρως τον «επικίνδυνο, ανέφικτο επεκτατισμό» της Μεγάλης Ιδέας, μεμφόμενη τον Βενιζέλο για την τυχοδιωκτική και ξενοκίνητη αποστολή του ελληνικού στρατού στην Ιωνία («Η Μικρασιατική καταστροφή και η στρατηγική του ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο», εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1975).

Ενα συμπληρωματικό ερμηνευτικό κλειδί προσφέρει η ιδιαίτερη γλωσσοπολιτισμική ταυτότητα του Μανώλη Αξιώτη. «Εμένα η μητρική μου γλώσσα ήταν Τούρκικη», γράφει χαρακτηριστικά στο «Μπερδεμένο Κουβάρι». «Τα Ελληνικά τα έμαθα στο σχολείο και στο Πανεπιστήμιο της ζωής» (σ. 92). Η αίσθηση αυτή της «μειονεξίας» του, απέναντι στην κυρίαρχη ελληνόγλωσση νόρμα, επιβεβαιώνεται από την περιφρονητική σημείωση της Διδώς στο αντίτυπο που της αφιέρωσε: «Ενα δειγματάκι από το αδελφάκι των Ματωμένων Χωμάτων: το Μπερδεμένο Κουβάρι, όταν του έμαθα να γράφει στοιχειωδώς ολίγα ελληνικά».

Στην τελευταία επιστολή του προς την «πάλαι ποτέ φίλη» του, ο Αξιώτης επιδεικνύει ωστόσο μια ιδιότυπη χειραφέτηση: χρησιμοποιεί ένα αυτοσχέδιο λατινικό αλφάβητο και βάζει χρονολογία στα τουρκικά («Atina Mayis 15, 1968»). Μεταξύ άλλων, πληροφορεί τη Διδώ πως έμαθε «λατινική φωνή και ανάγνωση» και ότι «έγραψε τα απομνημονεύματά του στην τουρκική γλώσσα». Το βιβλίο ονομαζόταν «Baris, Koprusu» («Γέφυρα Ειρήνης») και φέρεται να εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1974.
 




ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Διδώ Σωτηρίου
«Ματωμένα Χώματα»


(Αθήνα 1962, εκδ. Κέδρος).
Η πασίγνωστη βιογραφία του Μανώλη Αξιώτη, που διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τη συλλογική μνήμη για το μικρασιατικό δράμα. Οι παραπομπές στο άρθρο γίνονται από την 93η έκδοση/394η χιλιάδα (Αθήνα 2008).

Μανώλης Αξιώτης
«Το μπερδεμένο κουβάρι»


(Αθήνα 1965, εκδ. Το Ελληνικό Βιβλίο).
Το πρώτο βιβλίο του ήρωα της Διδώς Σωτηρίου επιχειρεί να «συμπληρώσει» (και ενίοτε να διορθώσει) την εκδοχή των «Ματωμένων Χωμάτων».

Μανώλης Αξιώτης
«Ενωμένα Βαλκάνια»


(Πειραιεύς 1976).
Η τελική αυτοβιογραφία του πρωταγωνιστή των «Ματωμένων Χωμάτων», αισθητά διαφορετική από το μυθιστορηματικό μπεστ σέλερ.

Αγγέλα Καστρινάκη
«Το 1922 και οι λογοτεχνικές αναθεωρήσεις»


(στο συλλογικό «Ο Ελληνικός Κόσμος ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση», Αθήνα 1999, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, τομ. Α', σ. 165-74).
Εξαιρετική ανάλυση της σταδιακής αναθεώρησης της λογοτεχνικής εικόνας του μικρασιατικού πολέμου επί το «πατριωτικότερον» (άμβλυνση των αρχικών αναφορών στις ελληνικές βιαιότητες ή τις ενδοελληνικές κοινωνικές αντιθέσεις, αποκατάσταση του κλήρου και επικράτηση ενός μονομερούς αντιτουρκισμού).

Τάσος Κωστόπουλος
«Πόλεμος και εθνοκάθαρση. Η ξεχασμένη πλευρά μιας δεκαετούς εθνικής εξόρμησης, 1912-1922»


(Αθήνα 2007, εκδ. Βιβλιόραμα).
Σκιαγράφηση της πολύπλευρης βίας που υπέστησαν οι άμαχοι πληθυσμοί των Βαλκανίων και της Μ. Ασίας κατά τη διάρκεια της «ένδοξης» δεκαετίας. Εκτενής αναφορά τόσο στην εθνοκάθαρση των Ελλήνων της Μικρασίας από το κεμαλικό κίνημα όσο και στις αγριότητες του ελληνικού στρατού κατά του τουρκικού πληθυσμού.



 
ΠΗΓΉ Ελευθεροτυπία, 4/1/2009

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 18, 2014

Σάββατο, Δεκεμβρίου 06, 2014

Ανακοίνωση Θ.4


Μετά από ένα αρκετά μεγάλο διάστημα στο οποίο ο σύνδεσμος συνειδητά δεν τοποθετήθηκε στα θέματα της ομάδας μας, κρίνουμε απαραίτητο αυτό να γίνει τώρα. Τώρα, που ο ΠΑΟΚ πραγματοποιεί ίσως το καλύτερο ξεκίνημα της σύγχρονης ιστορίας του και δείχνει πιο ικανός από ποτέ για την υπέρβαση. Παράλληλα όμως, τα εμπόδια που βρίσκονται εδω και χρόνια στο δρόμο μας και βάζουν φρένο στην ανάπτυξη του συλλόγου, όχι απλά καθυστερούν χαρακτηριστικά να επιλυθούν αλλά τείνουν να μονιμοποιηθούν λόγω του εμπαιγμού που υφίσταται συνεχώς ο ΠΑΟΚ από την πολιτεία και τους φορείς της.

Σχετικά με το θέμα των χρεών ο σύνδεσμος μας και οι σύνδεσμοι της ομάδας μας γενικότερα έχουν πάρει θέση αρκετές φορές στο παρελθόν, καταδεικνύοντας το δίκαιο του αιτήματός μας. Η ΠΑΕ ΠΑΟΚ ουδέποτε επεδίωξε διαγραφή των χρεών της, αν και κατά καιρούς έχουν υπάρξει σχετικές ρυθμίσεις και εισαγωγές σε διψήφια άρθρα για αθλητικά σωματεία. Είναι στην ουσία η μοναδική ανώνυμη εταιρία στον κόσμο, που επιθυμεί να αποπληρώσει συνολικά το πρωτογενές κεφάλαιο των χρεών της (ποσό που υπερβαίνει τα 10 εκατομμύρια ευρώ) και από τη στιγμή που θα καταβληθεί θα ενισχύσει απευθείας τα άδεια κρατικά ταμεία. Παρόλα αυτά, η γελοία σημερινή συγκυβέρνηση κοροιδεύει κατ’ επάγγελμα τον ΠΑΟΚ καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας της, παίρνοντας τη σκυτάλη από τις προηγούμενες κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ.
Μεγάλο παράδειγμα αυτού του εμπαιγμού οι πρόσφατες ευρωεκλογές και δημοτικές εκλογές στις οποίες οι πολυπληθείς οπαδοί-ψηφοφόροι του ΠΑΟΚ αντιμετωπίστηκαν ως πρόβατα (εν μέσω μνημονίου). Οι παρατρεχάμενοι του νταή-πρωθυπουργού της ελλάδας ξαμολύθηκαν προεκλογικά τάζοντας νομοσχέδιο για την επίλυση του προβλήματος (λες και μας κάνουν κάποια χάρη), ζητώντας σε αντάλλαγμα την ψήφο των αφελών. Σε αυτό το πανηγυράκι, με ευθύνη του ΠΑΟΚ, συμμετείχε και ο νυν ευρωβουλευής Ζαγοράκης από το πουθενά ποντάροντας στον κόσμο της ομάδας μας για την εκλογή του και έχοντας για σημαία τις υποσχέσεις Σαμαρά για ρύθμιση των χρεών. Πολιτικό image making με μια γερή δόση ΠΑΟΚ και από ουσία μηδέν. Η σημαία μετεκλογικά κρύφτηκε άρον-άρον, και η συνέχεια είναι γνωστή και ιδιαίτερα λυπηρή.
Άποψή μας είναι πως ο ΠΑΟΚ είναι τεράστιος σύλλογος για να ποντάρει σε χρεωκοπημένες προσωπικότητες και πολιτικές για την επίλυση των προβλημάτων του. Η διοίκηση της ΠΑΕ είναι καιρός να αλλάξει ρότα, να εναρμονιστεί με τα ιδανικά που πρεσβεύει ο σύλλογος και να βγει στην επίθεση διεκδικώντας αυτά που της αναλογούν. Είμαστε αντίθετοι στην νεκρανάσταση πολιτικών τύπου Ορφανού και Καλαφάτη που τόσα χρόνια εκλέγονται έχοντας (προεκλογικά) τον ΠΑΟΚ στα χείλη τους και στην ουσία δεν του έχουν προσφέρει τίποτε παραπάνω από υποσχέσεις. Είμαστε αντίθετοι στη λογική του να φτιάχνει ο κάθε τυχάρπαστος το πολιτικό του προφίλ στις πλάτες του συλλόγου μας για να γυρνάει στα χωριά της περιφέρειάς του και να αυτοδιαφημίζεται. Πολιτικοί νάνοι όπως ο Βεζυρόπουλος, ο Δριβελέγκας, ο Κουκοδήμος και η Καιλή δεν δικαιούνται να πιάνουν καν στο στόμα τους τον ΠΑΟΚ. Μας χρωστάνε (ως πολίτες της χρεωκοπημένης ελληνικής κοινωνίας) και δεν
τους χρωστάμε απολύτως τίποτα. Δεν θα μπορούσαμε άλλωστε να χρωστάμε και τίποτα σε στελέχη και τον πρωθυπουργό μιας ακροδεξιάς κυβέρνησης που μέσα σε ώρες κατάφερε να καταργήσει κοινωνικά δικαιώματα που κατακτήθηκαν με αίμα και αγώνες. Στις κυβερνήσεις που εδώ και 5 χρόνια έχουν κυριολεκτικά εξαθλιώσει έναν ολόκληρο λαό και ευθυνονται για χιλιάδες αυτοκτονίες συνανθρώπων μας. Σε αυτούς που απευθύνονται στους πολίτες της διαλυμένης τους χώρας με τον όρο «κοσμάκης» και αποκαλούν την ομάδα μας «ΜΠΑΟΚ» με χιούμορ 12χρονου.
Τα χρέη όμως, δεν είναι ο μοναδικός βραχνάς για τον ΠΑΟΚ. Είναι γνωστό πως εδώ και πολλά χρόνια (πρακτικά πάντα) διάφορες συμμορίες ταλαιπωρούν το ελληνικό ποδόσφαιρο. Στην πορεία των χρόνων τα χαρακτηριστικά των συμμοριών αυτών καθώς και τα χρώματα και εμβλήματά τους μεταβάλλονται. Οι νταβατζήδες συνήθως είναι κόκκινοι, αλλά έχουν υπάρξει κατά καιρούς πράσινοι ή κίτρινοι. Ο ΠΑΟΚ έχει βιώσει στο πετσί του τη δράση τους έχοντας χάσει τίτλους, έχοντας υποστεί σφαγές, εξοντωτικές τιμωρίες και αδικίες παντός είδους. Φτάνοντας στο 2014, για να μιλάμε με όρους της εποχής, οι συμμορίες έχουν μετατραπεί σε εγκληματικές οργανώσεις με διαρκή δράση και στόχο τι αλλο, το κέρδος και τον έλεγχο του ποδοσφαίρου. Ο χοντρός και η οργάνωσή του είναι ότι πιο αποκρουστικό έχει βιώσει ο αθλητισμός της χώρας. Τα ανδρείκελα που έχει σπέιρει σε όλες τις θέσεις κλειδιά (στυλ Σαρρή) δεν έχουν κανέναν άλλον ρόλο εκτός του να υπερασπίζονται το αφεντικό τους χωρίς να ενδιαφέρονται εάν η δράση τους είναι αντιληπτή από όλους ή εαν τους φτύνει όλη η ελλάδα, εξαιρουμένων των συναδέλφων-μελών της οργάνωσής τους και 200-300 υπαλλήλων-πρώην οπαδών της ομάδας του Πειραιά. Μόνο λοβοτομημένοι άνθρωποι θα μπορούσαν να είναι ευχαριστημένοι, έντιμοι πρωταθλητές εδώ και χρόνια, στο πρωτάθλημα των δανεικών, των πέναλτυ, της αλητείας και της βρωμιάς.
Το μακρύ χέρι της εγκληματικής οργάνωσης είναι φυσικά η ελληνική διαιτησία, όπως ήταν πάντα. Ο ρόλος της γνωστός και σημαντικός, καθώς τα εκατομμύρια από τη συμμετοχή στο Champion’s League είναι πολλά για να παιχτεί το παιχνίδι στα ίσια. Είναι ολοφάνερο πως οι ορισμοί διαιτητών αποφασίζονται όχι στα γραφεία της ΕΠΟ αλλά στην πλατεία Αλεξάνδρας στην Καστέλα και οι υπεύθυνοι ενημερώνονται για τις αποφάσεις σε άπταιστα πακιστανικά. Δεν το λέμε εμείς, μιλάνε οι πράξεις τους. Όπου όμως δεν φτάνει να ακουστεί η σφυρίχτρα του διαιτητή, ακούγεται η φωνή των δημοσιογραφίσκων του μεροκάματου. Γέμισε η χώρα με πρόθυμούς αυτοφοράκηδες της εγκληματικής οργάνωσης που αδιαφορώντας για την ηθική και την υστεροφημία τους βγάζουν (με το μυαλό τους) εις πέρας το δύσκολο έργο που τους ανέθεσαν οι χοντροί από το λιμάνι. Οι γενίτσαροι της πόλης και συνομιλητές του κυρ-Σάββα (κρυφοί και φανεροί) μάλλον δεν έχουν καταλάβει σε ποιούς απευθύνονται και με ποιων τα νεύρα παίζουν. Ο κόσμος του ΠΑΟΚ έχει καταλάβει το βρώμικο και ύπουλο ρόλο τους και πιθανολογούμε πως η καριέρα τους έχει ήδη τελειώσει, όπως και αυτών που συνδιαλλέγονται και χαριεντίζονται μαζί τους σε στημένες τηλεοπτικές αλλά και ραδιοφωνικές εκπομπές.
Τα παραπάνω είναι όλα χαρακτηριστικά μιας πραγματικής εγκληματικής οργάνωσης με ξεκάθαρη δομή και ρόλο, που έχει προκαλέσει τόσα δεινά στον αθλητισμό και συνεχίζει απτόητη τη δράση της (όπως φάνηκε και στο προχθεσινό παιχνίδι στο Φάληρο με τη διαιτησία του Αρετόπουλου). Αντιθέτως, το χολιγουντιανό σκηνικό που στήθηκε τον Ιούνιο του 2012 στη θεσσαλονίκη με τη στοχοποίηση του κόσμου του ΠΑΟΚ έχει αποδειχθεί η μεγαλύτερη φούσκα στα χρονικά, αφού σχεδόν όλες οι κατηγορίες κατέπεσαν. Οι οπαδοί του ΠΑΟΚ με μοναδικό τους έγκλημα την αγάπη για την ομάδα προφυλακίστηκαν με διαδικασίες εξπρες, συκοφαντήθηκαν και εξευτελίστηκαν από τις αρχές για κάτι που δεν υφίσταται πλέον και στην ουσία ποτέ δεν υπήρχε. Αντιθέτως οι αρχινταβατζήδες συνεχίζουν το έργο τους. Είναι και αυτό μια λογική στη χώρα του παραλόγου.
Η προχθεσινή νίκη του ΠΑΟΚ μας, αποτελεί ένα από τα αυθεντικότερα και πιο γνήσια διπλά της ομάδας μας στην Αθήνα. Ο ΠΑΟΚ ξεφτίλισε μέσα σε ένα βράδυ όχι απλά την ομάδα των γκάνγκστερ αλλά ολόκληρο το σύστημα. Παίκτες και προπονητής αποφασισμένοι και με αυθεντική ΠΑΟΚτσήδικη ψυχή ξεβράκωσαν τον πρωταθλητή του κώλου και δεν μάσησαν σε καμιά πρόκληση της κερκίδας, των αντιπαλων και των διαιτητών. Νίκησαν πανάξια με 1-3 και έριξαν μια πενταδάχτυλη στους απόγονους του στόλου και ο θόρυβος ακούστηκε από τον Πειραιά μέχρι τη Βουλγαρία.
Η συνέχεια είναι μεγάλη και ο δρόμος θα είναι μακρύς και δύσβατος. Γνωρίζουμε πως η εγκληματική οργάνωση δεν έχει παίξει ακόμα όλα της τα χαρτιά. Γνωρίζουμε πως μπορεί να έχουμε κάποιες αποτυχίες ή απώλειες εκτός προγράμματος. Κανένα πρωτάθλημα δεν απονέμεται από το Δεκέμβριο και οφείλουν όλοι να είναι προσγειωμένοι και προσηλωμένοι στο μεγάλο στόχο. Με απαρχή το παιχνίδι της Ξάνθης, καλούμε σε γενικό ξεσηκωμό όλους τους οπαδούς και φιλάθλους της ομάδας μας. Ήρθε η ώρα να παραμερίσουμε όλοι τα πάθη και τις διαφορές μας και να στηρίξουμε το Δικέφαλο στη μάχη για την κορυφή. Δεν υπάρχουν δικαιολογίες πλέον για έστω και ένα απούλητο εισιτήριο στην Τούμπα, για έστω και μια κενή θέση σε εκδρομή. Την Κυριακή η Ξάνθη θα γνωρίσει για μια ακόμα φορά ιστορικές στιγμές αφού θα την πλημμυρίσει η ασπρόμαυρη λαοθάλασσα με έναν και μοναδικό σκοπό, τη νίκη. Από εδώ και πέρα, με εισιτήρια ή χωρίς, οι καταλήψεις πόλεων θα είναι ο κανόνας. Τα διαπιστευτήριά μας έχουν δοθεί προ πολλού, απλά ήρθε η ώρα να ξαναζήσουμε στιγμές από τη μαγεία του 1985 όπως μας τη διηγήθηκαν τόσες φορές οι μεγαλύτέροι.
30 χρόνια είναι αρκετά. Οι γενιές μπορεί να άλλαξαν, αλλά το όραμα για έναν ΠΑΟΚ πρωταθλητή είναι πιο ζωντανό από ποτέ. Συσπειρωμένοι όλοι θα τα καταφέρουμε. Δίνοντας διαδοχικές μάχες κάθε Κυριακή και ελπίζοντας πως στο τέλος θα είμαστε οι μεγάλοι νικητές, θα σηκώσουμε την κούπα στη Νέα Σμύρνη και θα την πάμε πορεία μέχρι την Ομόνοια όπου και θα στήσουμε το πιο μεγάλο πανηγύρι που έχει δει ποτέ η χαβούζα. Πάρτε το χαμπάρι, οι εφιάλτες σας μόλις ξεκίνησαν...
Μετά τιμής, Σ.Φ. ΠΑΟΚ ΘΥΡΑ 4