Παρασκευή, Αυγούστου 08, 2008

ΑΖΩΡ ΚΑΙ ΛΩΠΟΔΥΤΗΣ . . .

Free Image Hosting

Ο Αζώρ είναι ένα μικρό, μα έξυπνο σκυλάκι. Νομίζεις πως ανθρώπου ψυχή είναι κλεισμένη σ’ αυτό το όμορφο ζώον. Πόσον είναι πιστός, πόσον είναι αγαθός και αμνησίκακος ο καημένος ο Αζώρ! Με όλα τα προτερήματά του όμως δεν είναι και πολύ ευτυχής, διότι πολλές φορές του τις βρέχει ο κύριος του, ο κυρ Γιάννης. Και όμως ο Αζώρ δεν θυμώνει ˙ κάθε κτύπημα του κυρίου του το υποδέχεται με ένα παραπονετικόν γρυλισμόν ˙ έπειτα, άμα περάσει ο πόνος, όλα τα λησμονεί.

Προχθές ο κυρ Γιάννης ήθελε να ταξιδέψει δια τας Αθήνας. Το τραίνο έφευγε εις τα 5 ½ το πρωί, και δια να προφθάσει ο φίλος μας έπρεπε να ξυπνήσει από τις 4. εκοιμήθη λοιπόν ο κυρ Γιάννης ενωρίς και έβαλε το ρολόι του επάνω εις το δίπλα του κομοδίνο, δια να το έχει πρόχειρο να βλέπει την ώρα όταν ξυπνήσει. Βλέπετε, δεν ήθελε να σηκωθεί και μεσάνυκτα. Σε λίγο ο κυρ Γιάννης εροχάλιζε.
Ο Αζώρ, άμα κατάλαβε ότι ο κύριος του εκοιμήθη, ήλθε σιγά σιγά κοντά στο κρεβάτι και εξαπλώθη χάμω δια να κοιμηθεί επάνω εις το χαλί όπου ήτο εμπρός εις το κρεβάτι.
Τα μεσάνυκτα επέρασαν και άκρα ησυχία εβασίλευε.
Αιφνής ο Αζώρ ετινάχθη όρθιος και ετέντωσε τα αυτιά του ˙ κάτι είχεν ακούσει.
Τι είχε συμβεί;
Ένας λωποδύτης είχε φθάσει ελαφρά ελαφρά έως εις την πόρτα του δωματίου του κυρ Γιάννη και προσεπάθει σιγά σιγά να την ανοίξει. Αλλ’ ο Θεός, λέγει μία παροιμία, αγαπάει τον κλέφτη, μα αγαπά και τον νοικοκύρη. Ο Αζώρ ευτυχώς δεν είχε κοιμηθεί ˙ αντελήφθη τον κλέπτην και επερίμενε κινών την ουράν του, γρυλίζων γρρρρ-γρρρρ.
Σε λίγο βλέπει να στρέφεται το πόμολο, ν’ ανοίγει σιγά σιγά η πόρτα και να προβάλλει το χέρι ενός ανθρώπου δια να πάρει το ρολόι του κυρ Γιάννη που ήτο επάνω στο κομοδίνο, δίπλα στην πόρτα. Έως εδώ ο Αζώρ εκρατήθη, τώρα όμως ήρχισε να γαβγίζει απειλητικά. Ήθελε να μπορούσε να ξεσχίσει αυτόν τον άνθρωπο, αυτόν τον κλέπτη που προσπαθούσε να κλέψει τον κύριον του.
Ο λωποδύτης, φιβισμένος από αυτήν την απροσδόκητον υποδοχήν, τραβά το χέρι του, κλείει προσεκτικά την πόρτα και φεύγει χωρίς να πάρει το ρολόι. Πηγαίνει να εξασκήσει αλλού το έντιμον επάγγελμά του. Ο κυρ Γιάννης όμως, που έως τώρα δεν είχε πάρει ούτε μυρωδιά, ξυπνάει τρομαγμένος από τα γαβγίσματα του Αζώρ. Κοιτάζει, δεν βλέπει τίποτε στο δωμάτιον. « Παλιόσκυλο, δεν εννοείς να μ’ αφήσεις να κοιμηθώ ήσυχα!» και αφού άρπαξε μίαν παντούφλαν την επέταξε με όλη του τη δύναμη στο πτωχό ζώον. Έπρεπε να εβλέπατε τα μικρά του ματάκια πως εκοίταζαν τον άγριον αυτόν κύριον του. Ποία καρδιά ανθρώπου δεν θα πονούσε μ’ αυτό το παραπονιάρικο βλέμμα ενός ζώου, ενός ζώου τόσον πιστού προς έναν αχάριστον κύριον!
Και όμως ο Αζώρ δεν εθύμωσε. Υπέμεινε κι αυτήν την τιμωρίαν- άδικον βέβαια – όπως τόσες άλλες. Τέλος, άμα είδε ότι ο κύριος του απεκοιμήθη, εξηπλώθη και αυτός χάμω και εκοιμήθη πάλιν ευχαριστημένος επάνω εις το χαλί, επειδή έσωσε το ρολόι, μα και λυπημένος, επειδή ελύπησε με τις φωνές του τον κύριον του.


K.Kαρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια: