ΕΔΩ ΜΕΣΑ ΑΜΠΕΛΟΦΙΛΟΣΟΦΟΥΜΕ ΠΕΡΙ Π.Α.Ο.Κ., ΠΕΡΙ ΠΟΝΤΟΥ, ΠΕΡΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ , και ΠΑΝΤΩΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ που μας ΞΥΠΝΑ ΑΠΟ τον ΛΗΘΑΡΓΟ ΜΑΣ !

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 06, 2008

Η ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Η ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΑ ΜΑΓΑΡΙΚΑ 2007
ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ ΚΡΗΤΗΣ -ΚΥΠΡΟΣ
ΜΝΗΜΗ ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ



Αγαπητοί φίλοι της κεραμικής, καλησπέρα σας.

Στη διοργάνωση αυτή έχουμε τη χαρά να βρισκόμαστε ανάμεσα σε ανθρώπους που αγαπούν με πάθος την κεραμική, που ονειρεύονται με πρώτη ύλη τον πηλό, και σμίγουν τη ζωή και την τέχνη τους με κεραμικές φόρμες και πανάρχαια μοτίβα. Σήμερα οι κεραμίστες γιορτάζουν την τέχνη τους και την κοινωνούν σε μας, σαν ένα όχημα για να γνωρίσουμε τον πολιτισμό αλλά και το παρόν μας μέσα από αυτή.
Παράλληλα, η σκέψη των κεραμιστών να τιμηθεί ξεχωριστά σ’ αυτή τη γιορτή η μνήμη του Νίκου Καζαντζάκη, ήταν εξαιρετικά ταιριαστή. Γιατί δεν είναι άξια τιμής μόνο η ακούραστη πνευματική του πορεία, το εύρος της θεματικής ποικιλίας των έργων του, η ακόρεστη δίψα του να περιπλανηθεί σε ιδέες και θρησκείες για να μάθει τις ‘αλήθειες’ αυτού του κόσμου, και να τις προσφέρει στους αναγνώστες του.
Αξίζει αυτή την τιμή γιατί διάλεξε ένα δρόμο δύσκολο για να φτάσει στον αναγνώστη. Αντί να επιλέξει να γράψει τα έργα του στην κοινή νεοελληνική, ή ακόμα και στα γαλλικά που γνώριζε άπταιστα, και να γίνει γνωστός διεθνώς πολύ σύντομα, επέλεξε το ήπιο κρητικό ιδίωμα, μια γλώσσα που, για τους περισσότερους μη Κρητικούς αναγνώστες, θα ήταν εμπόδιο στην προσέγγιση του έργου του. Διάλεξε να τιμήσει την πατρική του διάλεκτο, και ευτυχώς η δύναμη του περιεχομένου ήταν τέτοια, που η γλώσσα δεν επέβαλε σημαντικό φραγμό στον αναγνώστη.
Τον τιμούμε ακόμα γιατί, μέσα απ’ την ακούραστη έρευνά του, παρουσίασε τον ελληνικό πολιτισμό, όχι με φολκλορικές περιγραφές, που θα προσέλκυαν Έλληνες και ξένους αναγνώστες σε επιφανειακές αναζητήσεις, αλλά μέσα από τα βαθύτερα συστατικά του. Γιατί πήγε παραπέρα, καταπιάστηκε με τις βαθιές αγωνίες του ανθρώπινου γένους, όχι μόνο για να κάνει λογοτεχνία και να γίνει γνωστός, αλλά για να παρηγορήσει, όπως έλεγε, τον άνθρωπο, δίνοντάς του, όσο μπορούσε, απαντήσεις σ’ όσα υπαρξιακά ερωτήματα τον απασχολούσαν. Γιατί τίμησε και πόνεσε το γένος του ανθρώπου, αντιμετωπίζοντας τις μικρότητές του, κι ενθαρρύνοντας τον αγώνα του για υψηλότερους στόχους.
Ξεχωριστά τιμούμε σήμερα το μεγάλο Κρητικό, γιατί κι ο ίδιος τίμησε, καθώς της ταίριαζε, την τέχνη της κεραμικής: ανάμεσα στους συμβολισμούς που έχει χρησιμοποιήσει στο έργο του, για να αποδώσει την ταπεινότητα της ανθρώπινης καταγωγής, αλλά και το μεγαλείο του αγώνα για να υπερβεί ο άνθρωπος τις δυνατότητές του, είναι και η χρήση των συμβόλων της.
Μέσα λοιπόν σ’ αυτό το κλίμα της σημερινής γιορτής των κεραμιστών, θα προσκαλέσουμε να μιλήσει κι ο ίδιος ο Νίκος Καζαντζάκης, για τους αγγειοπλάστες, για τον πηλό, για τη λάσπη τη ζωοδότρα. Βασική προϋπόθεση όμως για να ακούσουμε καθαρά τη φωνή του είναι να θυμηθούμε ότι έζησε σε μιαν εποχή ταραγμένη, όπου όλες οι πολιτικές ιδέες κι οι θρησκείες έμπαιναν σε αμφισβήτηση. Τα παλιά καλούπια του πολιτισμού μας έτριζαν, κι η ματιά ενός φιλόσοφου-λογοτέχνη μπορούσε ν’ αναμετρηθεί μαζί τους, η τολμηρή του σκέψη επιθυμούσε να πλάσσει από την αρχή, σαν τον κεραμίστα, όσα πατροπαράδοτα είχαν πέσει στην παρακμή κι είχαν χάσει τη φόρμα τους. Τολμηρό, αλλά και φυσικό.
Ο Καζαντζάκης χρησιμοποίησε την κεραμική τέχνη, όπως θα δούμε, ως φορέα ιδεών, ως σύμβολο γέννησης και δημιουργίας. Τον είχε εντυπωσιάσει η χρήση της λάσπης, αυτού του ασήμαντου και ακάθαρτου υλικού, στη γέννεση του ανθρώπου της Παλαιάς Διαθήκης, και στη δημιουργία των κυριότερων από τα είδη της διαβίωσής του, όσον αφορά στην τροφή και στο φωτισμό. Αυτή τη λάσπη που μεταχειρίστηκε ο Θεός ως πρώτη ύλη της γέννεσης για να πλάσει τον άνθρωπο. Αυτή την ίδια λάσπη, που κρύβεται μέσα στον άνθρωπο, και τη μεταχειρίζεται για να της δώσει, μετά από σκληρό αγώνα και πειθαρχία, τη μορφή του Θεού.
Η φωνή που θα ακούσουμε στέλνει μηνύματα ζωής, δράσης, ελευθερίας, έχει χιούμορ, και τολμά να προσεγγίζει τον ίδιο το Θεό χωρίς δέος και φόβο. Περίπου σα να ήταν ένας αγαθός παππούς από την Κρήτη.

Στο βιβλίο «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»[1] ο αφηγητής (που αντλεί πολλά γνωρίσματα από τον ίδιο τον Νίκο Καζαντζάκη), γνωρίζει και παίρνει μαζί του στην Κρήτη ως βοηθό στο λιγνιτωρυχείο που πρόκειται ν’ ανοίξει, τον Αλέξη Ζορμπά. Ο άνθρωπος αυτός αγαπάει με πάθος τα πάντα, και ζει κάθε εμπειρία ως τα μύχια της ύπαρξής του. Κι όχι μόνο ζει, αλλά στέλνει και σε μας το απόσταγμα της εμπειρίας του.
Ας ακούσουμε όμως καλύτερα το Ζορμπά να μιλάει για την αγάπη του στην αγγειοπλαστική τέχνη:

-Τι έπαθε το δάχτυλό σου Ζορμπά; φώναξα.
-Τίποτα! αποκρίθηκε πειραγμένος...
-Σου το πήρε καμιά μηχανή; επέμεινα.
-Τι μηχανή κάθεσαι και λες; Το ‘κοψα μοναχός μου!
-Μοναχός σου; Γιατί;
-Πού να καταλάβεις ελόγου σου, αφεντικό! είπε σηκώνοντας τους ώμους. Σου είπα πως όλες τις τέχνες τις πέρασα. Μια φορά το λοιπόν έκανα και τον κανατά. Την αγαπούσα την τέχνη αυτή σαν παλαβός. Ξέρεις τι θα πει να πιάνεις ένα σβώλο λάσπη και να κάνεις ό,τι θες; Φρρρ! ο τροχός, κι η λάσπη στρουφογυρίζει σα δαιμονισμένη, και συ από πάνω της και λες: θα κάμω κανάτι, θα κάμω πιάτο, θα κάμω λυχνάρι, θα κάμω διάολο! Αυτό θα πει να ‘σαι άνθρωπος, σου λέω: Ελευτερία!
Είχε ξεχάσει τη θάλασσα, δε δάγκανε πια το λεμόνι, το μάτι του ξεθόλωσε.
-Λοιπόν; ρώτησα. Και το δάχτυλο;
-Να, μ’ εμπόδιζε στον τροχό. Έμπαινε στη μέση και μου χαλούσε τα σχέδια. Άρπαξα λοιπόν κι εγώ μια μέρα το σκεπάρνι…
-Και δεν πόνεσες;
-Πώς δεν πόνεσα; Κουτσούρι είμαι; Άνθρωπος είμαι, πόνεσα. Μα μ’ εμπόδιζε σου λέω στη δουλειά μου. Κόφτο, λοιπόν![2]

Δημιουργία, πάθος, ελευθερία, πειθαρχία. Αυτά είναι τα συστατικά στοιχεία του Ζορμπά που εκτίμησε ο Καζαντζάκης, κι αυτό είναι το μήνυμα που μας στέλνει μέσα από τις γραμμές του βιβλίου του. Τα ίδια ακριβώς δεν είναι και τα συστατικά στοιχεία της κεραμικής τέχνης; Χωρίς την αγάπη της δημιουργίας και χωρίς την πειθαρχία, πώς θα μπορούσε ένας κεραμίστας να φέρει στο φως νέες φόρμες, νέα μοτίβα, πώς θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα παλαιότερα σε νέες συνθέσεις;

Την ανάγκη της πειθαρχίας ως βασικό γνώρισμα της κεραμικής την ξαναβλέπουμε στο έργο του Καζαντζάκη «Συμπόσιο»[3], όπου ο αφηγητής θέλει να υποτάξει στην ψυχή το σώμα με την άσκηση και το βασανισμό του.

Την άσκηση πρέπει να την πάρω ως μέθοδο πειθαρχίας, υποταγής του κατώτερου στον ανώτερο τροχό που με την περιστροφή του συναρπάζει τη λάσπη και της δίνει το πρόσωπο που θέλει[4].

Χωρίς πειθαρχία λοιπόν, το αγγείο ή ο άνθρωπος δε μπορεί παρά να είναι ένα συγκεχυμένο σχήμα, χωρίς καμία χρήση.

Προορισμός λοιπόν του ανθρώπου είναι να δημιουργεί αλλά και να δημιουργείται με οποιοδήποτε υλικό, με ελεύθερη βούληση, αλλά και πειθαρχία. Δημιουργία, ας είναι κι απ’ το μηδέν, ας είναι κι από ένα ευτελές υλικό όσο η λάσπη. Λάσπη δεν πήρε άλλωστε κι ο Θεός για να πλάσσει τον άνθρωπο;
Ας ακούσουμε εδώ μια άλλη οπτική της δημιουργίας του ανθρώπου από το Θεό, έτσι όπως την περιγράφει ο Καζαντζάκης με το στόμα του Ζορμπά. Είναι η ιστορία της γέννησης του ανθρώπου ιδωμένη με τα μάτια του εργάτη που ήθελε να διασκεδάσει τον ακροατή του, με μια ερμηνεία απλή αλλά γεμάτη μηνύματα:

Άκουσε λοιπόν, αφεντικό! Ο Θεός ξύπνησε ένα πρωί διαολισμένος. «Τι Θεός είμαι εγώ, είπε, να μην έχω ανθρώπους να με λιβανίζουν και να με βλαστημούν, να περνά η ώρα μου; Βαρέθηκα πια να ζω ολομόναχος σαν τον μπούφο. Φτου!» έφτυσε στις απαλάμες του, ανασκουμπώθηκε, έβαλε τα γυαλιά του. Πήρε μια φούχτα χώμα, το ‘φτυσε, το ‘καμε λάσπη, το μάλαξε καλά-καλά κι έκαμε ένα ανθρωπάκι και το ‘ βαλε στον ήλιο. Μετά εφτά μέρες το ‘βγαλε. είχε ψηθεί. Το κοίταξε ο Θεός, γέλασε:
-Να με πάρει ο διάολος, είπε, μα αυτός είναι όρθιος χοίρος. Άλλο ήθελα, άλλο βγήκε. Την έπαθα, πάει![5]

Για να περνά λοιπόν την ώρα του ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο, αλλά τελικά απέτυχε η προσπάθεια, γι’ αυτό ο άνθρωπος κουβαλάει τόσα ελαττώματα. Όμως, ο Θεός διασκεδάζει ακόμα και με την αποτυχία του, αφού μπορεί να την κουμαντάρει, ως Παντοδύναμος που είναι. Εμείς οι άνθρωποι βέβαια, δεν έχουμε την υπομονή του Θεού, αγανακτούμε με τους ομοίους μας, και με τον εαυτό μας. Έτσι, στο άλλο έργο του Καζαντζάκη, «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»[6], ο Μιχελής, δυσανασχετώντας για την αθλιότητα του ανθρώπου ρωτάει το γέρο παπά:

-Πώς μπορεί και μας κρατάει ακόμα ζωντανούς απάνω στα χώματα ο Θεός; Γιατί δε μας σκοτώνει να καθαρίσει η πλάση;
-Γιατί, Μιχελή μου, αποκρίθηκε ο γέροντας, ο Θεός είναι σαν τον κανατά, δουλεύει με τη λάσπη.[7]

Θεολογία λοιπόν μέσω της κεραμικής τέχνης. Μπορούμε να συμπληρώσουμε ακόμα ότι ο Θεός δουλεύει με τη λάσπη, κι είναι στη δική μας προαίρεση αυτή τη λάσπη να την κάνουμε κάτι παραπάνω από απλό χώμα και νερό. Να την κάνουμε όπως λέει κι ο Καζαντζάκης αλλού: «πνεύμα».

Στους «Αδερφοφάδες»[8] ακόμα, ένας γέρο ψαράς μιλάει στον παπα- Γιάνναρο και κάνει ακόμα πιο τολμηρούς συμβολισμούς:

«…Εσείς οι γραμματισμένοι λέτε πως ο Θεός είναι μια ιδέα, ένα σπάνιο πράμα –ξέρω κι εγώ; Άλλοι πάλι πως είναι ένας γέρος απάνω σε σύννεφα, και τον ζωγραφίζουν κιόλας. Τίποτα από αυτά!
Να, ένας τροχός, να, σαν και τούτον εδώ του αδερφού μου. Κι εμείς είμαστε η λάσπη. Γυρίζει ο τροχός ακατάπαυτα, γυρίζει και περνάει από πάνω μας, φυσάει και μας κάνει ό,τι θέλει: λαγήνια, στάμνες, γλάστρες, τσουκάλια, λύχνους. Άλλα βάζουν νερό, άλλα κρασί και μέλι, άλλα μαγερεύουν, άλλα φωτίζουν. Έτσι βγαίνουν οι άνθρωποι από τα χέρια του Θεού…»[9]

Όσοι απολαμβάνουν την τέχνη του Καζαντζάκη, του αναγνωρίζουν αυτή τη μαεστρία: από τα πιο απλά υλικά, από τις πιο καθημερινές εμπειρίες του ανθρώπου, μπορεί να δει το Θεό. Όπως η χριστιανική θρησκεία τον παρουσιάζει με αρκετές μεταφορές: σαν τον ψαρά, σαν την άμπελο κλπ, η λογοτεχνική ματιά του συγγραφέα μας, τον θέλει, καθόλου τυχαία, σαν τον τροχό του αγγειοπλάστη.

Δεν θα ήταν ακραίο να παρομοιάσουμε και τον ίδιο τον Καζαντζάκη με αγγειοπλάστη: κι αυτός δημιουργεί χαρακτήρες που στην αρχή είναι λάσπη και κατά τη διάρκεια της αφήγησης προσπαθούν να υπερβούν τις ανθρώπινες αδυναμίες, και με συνειδητό αγώνα και πειθαρχία να πάρουν ένα σχήμα πιο αντάξιο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η κεραμική είναι η παμπάλαια τέχνη που έχει ταυτιστεί με τον μακραίωνο πολιτισμό του ανθρώπου. Στο παρελθόν είχε σημαντική θέση στην καθημερινή του ζωή, και χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσε να ζήσει. Τον εξυπηρετούσε στις πιο βασικές ανάγκες της διαβίωσής του. ‘Ακούστε’ μια εικόνα ενός Κρητικού σπιτιού, και πάλι από το βιβλίο του Ζορμπά.

Χαρά μεγάλη να μπαίνεις σ’ ένα χωριάτικο κρητικό σπίτι. Όλα γύρα πατριαρχικά, αιώνια: το τζάκι, ένα λυχνάρι κρεμασμένο δίπλα στο τζάκι, πιθάρια με λάδι και γεννήματα, και ζερβά ως μπαίνουμε, σ’ ένα κούφωμα του τοίχου, στο σταμνοστάτη, το σταμνί με το δροσερό νερό, ταπωμένο με σταμναγκάθι.[10]

Μια εικόνα του 1950, που θα μπορούσε κάλλιστα να παραπέμπει σε Κρητικό σπίτι την εποχή του Μίνωα. Μια εικόνα που την έχουμε όλοι στα μάτια μας, από το σπίτι του παππού και της γιαγιάς μας. Λυχνάρια, πιθάρια με γεννήματα, σταμνιά με δροσερό νερό, όλα τα ‘συγύρια του σπιτιού’ όπως λέει αλλού ο Καζαντζάκης, στη δούλεψη του ανθρώπου, όλα από τα χέρια των αγγειοπλαστών.

Δεν έγραφε όμως στην τύχη ο Καζαντζάκης. Πριν γράψει οτιδήποτε, η μελέτη που έκανε πάνω στο θέμα ήταν εξαντλητική. Έτσι πήρε και τις πληροφορίες του για τον πηλό. Με άλλον πηλό φτιάχνονται οι πορσελάνες, και με άλλον πηλό τα πιο χοντρά αγγεία. Αυτή την πληροφορία την αξιοποίησε στην τραγωδία «Βούδας»[11] και είναι παράλληλα ένας συμβολισμός της ποιητικής τέχνης. Ένας ποιητής που ετοιμάζεται να παρουσιάσει στο κοινό το θεατρικό έργο του, αφηγείται πώς θα πλάσει τους ήρωές του, άρχοντες και δούλους:

Να, σκύβω, παίρνω λάσπη από την ακροποταμιά, ζυμώνω. Καλή ‘ναι η σκάφη, πληθερή και καλοπόταγη η ζύμη, πιτήδειες οι απαλάμες, ζυμώνω ανθρώπους και θεούς, Ε, ήλιε, στάσου και ψήσε τους!
Σκύβω, κοσκινίζω το αφράτο κιτρινόχωμα, που κάνουν το φαρφουρί, το ζυμώνω με ανθόνερο, με μοσκοκάρυδο και κανέλα, φυσώ απάνω του και πλάθω Αρχόντους και αρχοντοπούλες, μάγους και σοφούς και μουζικάντες.
Παίρνω χώμα πιο χοντρό, που φτιάχνουν τα σταμνιά και τα κανάτια, και πλάθω χωριάτες και χωριάτισσες, δούλους και δούλες, κι ευτύς, οι ξεδιάντροποι, κουνούν τα χέρια τους, τα πόδια τους, τα νεφρά τους και θεν να ζευγαρώσουν. Ας ζευγαρώσουν, χώμα έχουμε, νερό έχουμε, ας ζυμώσουμε και καλεσμένους, ας ξεσπάσει απόψε, για να περάσει η ώρα, Μεγάλο πανηγύρι στην ερημιά![12]

Η λεπτομέρεια αυτή, μας δείχνει και την μέθοδο του συγγραφέα. Όπου βρισκόταν, μάζευε όσες πληροφορίες μπορούσε από την παράδοση του τόπου. Είτε ονομασίες φυτών, ζώων, είτε λεπτομέρειες των τεχνών. Κατόπιν, όλα αυτά έβρισκαν τη θέση τους σε μια ταιριαστή στιγμή του έργου.
Αν το έργο του Καζαντζάκη έχει δύο πόλους, τη ζωή και το θάνατο, τότε ένας από τους φορείς έκφρασης της ζωής είναι η κεραμική. Παρακολουθήσαμε το μοτίβο της κεραμικής να διατρέχει κάποια από τα έργα του ως σύμβολο ζωοποιού δημιουργίας, που φέρνει από το σκοτάδι στο φως ένα αντικείμενο αλλά και τον ίδιο τον άνθρωπο.
Ήρθε ως εμάς το μήνυμα ότι οι άνθρωποι δημιουργούμε και δημιουργούμαστε μόνο μέσα σε πειθαρχημένη ελευθερία, με συνειδητό κι απώτερο στόχο την υπέρβαση του υλικού μας: από απλό χώμα να γίνουμε ένα καλαίσθητο αγγείο, που θα κοσμεί το ανθρώπινο σύμπαν. Αυτό διδάσκει ο ‘μηδενιστής’ κατά τα άλλα Καζαντζάκης.

Κλείνοντας, χαιρετάμε την Κύπρο και τα αδέρφια μας, μ’ ένα άλλο μήνυμα από τον Καπετάν Μιχάλη αυτή τη φορά, ως αντίδωρο της φιλοξενίας σας.

"Η λευτεριά είναι το πιο ακριβαγόραστο αγαθό. Δεν δίνεται δωρεάν, μήτε απ’ τον άνθρωπο, μήτε απ’ το Θεό. Πηγαίνει από χώρα σε χώρα, όπου τη φωνάξουν, από καρδιά σε καρδιά, ανύπνωτη, ανυπόταχτη, χωρίς συμβιβασμό. Τώρα τη φώναξαν στην Κύπρο, και τη βλέπουμε με σίγουρη ορμή να δρασκελάει τα αιματοβαμμένα κυπριώτικα χώματα.
Της στέλνει μήνυμα η Κρήτη. Σκίζει το πέλαγο η φωνή της, περνάει τα Δωδεκάνησα και της φωνάζει:
«Βάστα, αδερφή! Όμοια κι εγώ σταυρώθηκα και πόνεσα, κι είδα ανάσταση. Όμοια θα δεις κι εσύ!»


Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας
Στέλλα Πιθαρούλιου




[1] Έτος συγγραφής 1941
[2] Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Εκδ.Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα, 19737, σελ. 32.
[3] Έτος συγγραφής 1922
[4] Νίκος Καζαντζάκης, Συμπόσιο, Εκδ.Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα, 1971, σελ. 75.
[5] Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Εκδ.Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα, 19737, σελ. 189.
[6] Έτος συγγραφής 1948
[7] Νίκος Καζαντζάκης, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Εκδ.Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα, 197410, σελ. 186.
[8] Έτος συγγραφής 1949
[9] Νίκος Καζαντζάκης, Οι αδερφοφάδες, Εκδ.Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα, 19737, σελ. 96
[10] Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Εκδ.Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα, 19737, σελ. 78.
[11] Έτος συγγραφής 1932
[12] Νίκος Καζαντζάκης, Τραγωδίες Γ΄, Βούδας, Εκδ. Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα, 19712, σελ. 447-9

Δεν υπάρχουν σχόλια: